Ηχηρό μήνυμα Πελικό στην πρώτη της συνέντευξη: Τα θύματα να μη ντρέπονται ποτέ

Ζιζέλ Πελικό: Η συγκλονιστική εξομολόγηση της γυναίκας που έγινε παγκόσμιο σύμβολο

Κόσμος
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Η Ζιζέλ Πελικό, η γυναίκα που στάθηκε όρθια απέναντι στα «τέρατα» του παρελθόντος της, επέλεξε την πρώτη της τηλεοπτική συνέντευξη για να στείλει ένα μήνυμα που αντηχεί σε όλο τον πλανήτη. Μιλώντας στο δίκτυο France 5, η γυναίκα-σύμβολο προχώρησε σε μια κατάθεση ψυχής που λειτούργησε ως μια ηχηρή προειδοποίηση για το βάρος του στίγματος. «Η ντροπή κολλάει πάνω σου, κολλάει πάνω στο δέρμα σου. Και αυτή η ντροπή είναι μια δεύτερη καταδίκη, είναι ένας πόνος που επιβάλεις εσύ στον εαυτό σου», εξομολογήθηκε με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

Η μάχη της Πελικό δεν ήταν ποτέ μόνο προσωπική, καθώς η ίδια αντιλήφθηκε γρήγορα το βάρος της ευθύνης της απέναντι σε κάθε γυναίκα που βιώνει παρόμοιο πόνο. «Είπα στον εαυτό μου πως το να παλέψω ενάντια σε αυτό, σε ατομικό επίπεδο, είναι ταυτόχρονα ένας αγώνας για το συλλογικό. Αν μπορούσα εγώ να το κάνω, μπορούν κι άλλοι [...] Το μήνυμά μου ελπίδας προς όλα τα θύματα είναι: να μην ντρέπεστε ποτέ», δήλωσε χαρακτηριστικά, υπενθυμίζοντας πως το φως της αλήθειας είναι το μόνο που μπορεί να διαλύσει το σκοτάδι του φόβου.

Στις σελίδες των απομνημονευμάτων της με τίτλο «Ύμνος στη Ζωή», το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει σε 22 γλώσσες, η Ζιζέλ περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τη στιγμή που ο κόσμος της γκρεμίστηκε συθέμελα. Για πενήντα ολόκληρα χρόνια πίστευε πως ο σύζυγός της, ο Ντομινίκ, ήταν ένας «καλός άνθρωπος». Όλα άλλαξαν στις 2 Νοεμβρίου 2020, όταν αποκαλύφθηκε πως ο άνθρωπος της εμπιστοσύνης της τη νάρκωνε συστηματικά, τη βίαζε και καλούσε αγνώστους στο σπίτι τους στο Μαζάν για να συμμετάσχουν στη φρίκη. Η αποκάλυψη ήρθε σχεδόν τυχαία, όταν ο Ντομινίκ πιάστηκε να βιντεοσκοπεί κρυφά κάτω από φούστες γυναικών σε σούπερ μάρκετ.

Η στιγμή της συνάντησης με την αλήθεια στο αστυνομικό τμήμα ήταν ισοπεδωτική. «Θα σας δείξω φωτογραφίες και βίντεο που δεν θα σας αρέσουν. Αυτή είστε εσείς», της είπε ο αξιωματικός Λοράν Περέ. Η εικόνα που αντίκρισε δεν έμοιαζε με τη δική της. «Δεν αναγνώρισα τα άτομα. Ούτε αυτή τη γυναίκα. Το μάγουλό της ήταν τόσο πλαδαρό. Το στόμα της τόσο άτονο. Ήταν μια πάνινη κούκλα», γράφει στο βιβλίο της, σημειώνοντας πως «Ο εγκέφαλός μου σταμάτησε να λειτουργεί στο γραφείο του Υπολοχαγού Περέτ.»

Η μεθοδικότητα του εγκλήματος προκαλεί ίλιγγο, καθώς ο πρώην σύζυγός της ανακάτευε υπνωτικά και αγχολυτικά χάπια στον πουρέ, τον καφέ ή στο παγωτό της, φέρνοντάς την σε κατάσταση που έμοιαζε με κώμα. Συνολικά 51 άνδρες κρίθηκαν ένοχοι για αυτή την πολυετή κακοποίηση, μια υπόθεση που συγκλόνισε τη διεθνή κοινή γνώμη όταν η Ζιζέλ αποφάσισε να παραιτηθεί από την ανωνυμία της. Η επιλογή της για μια ανοιχτή δίκη ήταν συνειδητή: αν δεχόταν τη διαδικασία κεκλεισμένων των θυρών, θα ένιωθε «όμηρος στα βλέμματά τους, στα ψέματά τους, στη δειλία και στην περιφρόνησή τους».

Η απόφασή της αυτή εξασφάλισε πως η δικαιοσύνη θα γινόταν ορατή από όλους. «Κανείς δεν θα ήξερε τι μου έκαναν. Κανένας δημοσιογράφος δεν θα ήταν εκεί για να γράψει τα ονόματά τους δίπλα στα εγκλήματά τους… Και κυρίως, καμία γυναίκα δεν θα μπορούσε να μπει στην αίθουσα και να καθίσει για να νιώσει λιγότερο μόνη», τονίζει στο βιβλίο της. Παράλληλα, αναφέρεται στα «καταραμένα βλέμματα» που η δική της γενιά έμαθε να υπομένει σιωπηλά. «Αν ήμουν 20 χρόνια νεότερη, ίσως να μην τολμούσα να αρνηθώ μια κεκλεισμένων των θυρών διαδικασία. Θα φοβόμουν τα βλέμματα. Εκείνα τα καταραμένα βλέμματα που σε κάνουν το πρωί να διστάζεις ανάμεσα σε παντελόνι και φόρεμα. Που σε ακολουθούν ή σε αγνοούν, σε κολακεύουν και σε φέρνουν σε αμηχανία. Που υποτίθεται πως σου λένε ποια είσαι, πόσο αξίζεις και μετά σε εγκαταλείπουν καθώς μεγαλώνεις».

Το εκδοτικό αυτό γεγονός, που συνέγραψε με τη Judith Perrignon, θα κυκλοφορήσει παγκοσμίως στις 17 Φεβρουαρίου. Σημαντική είναι και η συμμετοχή της ηθοποιού Έμμα Τόμσον, η οποία ανέλαβε την αφήγηση του ηχητικού βιβλίου στα αγγλικά. Η Τόμσον χαρακτήρισε την ιστορία «απολύτως εξαιρετική» και «δύσκολη να διαβαστεί δυνατά», τονίζοντας πως αποτελεί μια πηγή θάρρους και μια επιτακτική ανάγκη για κρίσιμη κοινωνική αλλαγή.