Τήξη παγωμένου εδάφους μολύνει νερό στο Λονγκιαρμπίεν
Στην απομακρυσμένη πόλη του Λονγκιαρμπίεν, στο αρχιπέλαγος Σβάλμπαρντ, η κλιματική κρίση γράφει ένα νέο, ανησυχητικό κεφάλαιο. Οι περίπου 2.600 κάτοικοι της βορειότερης πόλης του κόσμου, που βρίσκεται μόλις 1.300 χιλιόμετρα από τον Βόρειο Πόλο, έχουν λάβει σαφή οδηγία: να μην πίνουν νερό από τη βρύση. Η αιτία κρύβεται κάτω από τα πόδια τους, όπου το μόνιμο παγωμένο έδαφος, που θερμαίνεται πέντε έως επτά φορές ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο, λιώνει με ρυθμούς που φτάνουν τους 4 βαθμούς Κελσίου ανά δεκαετία κατά τον φθινόπωρο.
Η Μαρζολέν Βερέ, ειδικός στο μόνιμο παγωμένο έδαφος και αναπληρώτρια καθηγήτρια Αρκτικής Γεωλογίας στο Πανεπιστημιακό Κέντρο του Σβάλμπαρντ, εξηγεί τον μηχανισμό της καταστροφής: "Ο συνδυασμός της τήξης του μόνιμα παγωμένου εδάφους και του σχιστολιθικού υποβάθρου, το οποίο περιέχει ένα ορυκτό που ονομάζεται πυρίτης, γνωστό και ως "χρυσός των ανόητων", προκαλεί τη μόλυνση του υδροδοτικού συστήματος". Όπως προσθέτει, όταν ο πυρίτης έρχεται σε επαφή με νερό και οξυγόνο, οξειδώνεται και αυξάνει την οξύτητα του περιβάλλοντος, απελευθερώνοντας βαρέα μέταλλα από τα παλαιά ορυχεία της περιοχής στη λίμνη Ισντάμεν, την τεχνητή λίμνη 2,5 χιλιομέτρων που υδροδοτεί την πόλη.
Η προειδοποίηση ξεπερνά τα όρια του Λονγκιαρμπίεν. "Τα ίδια χαρακτηριστικά -πετρώματα πλούσια σε πυρίτη και βαρέα μέταλλα, σε συνδυασμό με το μόνιμο παγωμένο έδαφος που αποψύχεται- συναντώνται και σε άλλες περιοχές της Αρκτικής. Επομένως, αυτή μπορεί να είναι μία από τις πρώτες περιπτώσεις που δείχνουν πώς η κλιματική αλλαγή μπορεί να επηρεάσει τα αποθέματα γλυκού νερού, για παράδειγμα στον βόρειο Καναδά και την Αλάσκα", υπογραμμίζει η Βερέ. "Στο Λονγκιαρμπίεν, το πρόβλημα αφορά το μαγγάνιο, ωστόσο και άλλοι ρύποι μπορούν να απελευθερωθούν από τα πετρώματα", σημειώνει.
Το Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, ο δήμος ενημέρωσε τους κατοίκους ότι η συγκέντρωση μαγγανίου στο νερό ξεπερνούσε 25 φορές το όριο των 50 μικρογραμμαρίων ανά λίτρο που θέτει το Νορβηγικό Ινστιτούτο Δημόσιας Υγείας. Ο δήμαρχος Τέργιε Αουνεβικ αναγνωρίζει ότι η ποιότητα του νερού «δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα καλή, λόγω των ιζημάτων», ωστόσο οι συγκεντρώσεις μαγγανίου είχαν πλέον «εκτοξευθεί». Η παρατεταμένη έκθεση σε τέτοια επίπεδα μπορεί να προκαλέσει νευρολογικά προβλήματα, ιδιαίτερα σε παιδιά και βρέφη.
Ως έκτακτο μέτρο, εγκαταστάθηκε κεντρική δεξαμενή με δωρεάν καθαρό νερό που φιλτράρεται από τοπική ζυθοποιία, ενώ οι κάτοικοι μπορούν να γεμίζουν τα δοχεία τους στο τοπικό σούπερ μάρκετ. Παράλληλα ξεκίνησε έρευνα για τα αίτια της μόλυνσης. Εκτοτε τα επίπεδα μαγγανίου μειώθηκαν, ωστόσο στις αρχές του τρέχοντος έτους διαπιστώθηκε ότι οι συγκεντρώσεις θειικών αλάτων και νικελίου υπερβαίνουν τα συνιστώμενα όρια, με αποτέλεσμα η απαγόρευση να παραμένει σε ισχύ.
Ο Αουνεβικ διευκρινίζει ότι τα επίπεδα μαγγανίου «δεν είναι επικίνδυνα», ωστόσο οι αρχές οφείλουν να τηρούν τις επίσημες κατευθυντήριες γραμμές. Παραδέχεται ότι η κρίση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, με κατοίκους να εκφράζουν οργή για την ταλαιπωρία. Οι λύσεις που εξετάζονται περιλαμβάνουν την κατασκευή «εντελώς νέου δικτύου ύδρευσης», την εγκατάσταση συστήματος φιλτραρίσματος στη λίμνη Ισντάμεν και τη δημιουργία μονάδας αφαλάτωσης ως εφεδρικής πηγής. Οποια λύση κι αν επιλεγεί, το κόστος θα είναι «εξαιρετικά υψηλό», ενώ οι ακραίες θερμοκρασίες που συχνά πέφτουν κάτω από το μηδέν δημιουργούν πρόσθετες τεχνικές δυσκολίες.
«Στη Νορβηγία, όπου θεωρούσαμε πάντα δεδομένο ότι μπορούμε να πίνουμε νερό από τη βρύση, είναι δύσκολο να συνηθίσουμε την ιδέα ότι πρέπει πλέον να μεταφέρουμε το νερό μας, όπως κάνουμε τώρα», καταλήγει ο δήμαρχος. «Και άλλες μικρές κοινότητες θα πρέπει να είναι προετοιμασμένες και να αρχίσουν να εξετάζουν τι θα κάνουν αν συμβεί το ίδιο και στις δικές τους πηγές υδροδότησης».