Βάγκνερ: Ο στρατός-φάντασμα που στρατολογεί «αναλώσιμους» για δολιοφθορές στο ΝΑΤΟ

Η «Βάγκνερ» επιστρέφει: Πώς στρατολογεί «αναλώσιμους» για σαμποτάζ στην καρδιά της Ευρώπης

Κόσμος
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Η διαβόητη «Βάγκνερ» επιστρέφει στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής ασφάλειας, αλλάζοντας δραματικά το προφίλ της. Δεν εμφανίζεται πλέον ως ένας συμβατικός μισθοφορικός στρατός στα μέτωπα της Ουκρανίας ή στις ερήμους της Αφρικής, αλλά ως ένας ευέλικτος μηχανισμός δολιοφθοράς χαμηλού κόστους. Σύμφωνα με αξιωματούχους πληροφοριών, το δίκτυο της οργάνωσης έχει μετατραπεί σε βασικό αγωγό των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών για επιθέσεις σε έδαφος του ΝΑΤΟ, με απώτερο σκοπό να κλονιστεί η δυτική στήριξη προς το Κίεβο.

Μετά την αποτυχημένη ανταρσία του Ιουνίου 2023 και τον θάνατο του Γεβγκένι Πριγκόζιν, η «Βάγκνερ» φαινόταν να διαλύεται. Όμως η πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο σκοτεινή: οι ίδιοι μηχανισμοί που κάποτε έπειθαν νεαρούς Ρώσους να πολεμήσουν, αναπροσανατολίστηκαν ώστε να στρατολογούν οικονομικά ευάλωτους Ευρωπαίους για βίαιες αποστολές. Η ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών (GRU) «χρησιμοποιεί το ταλέντο που έχει διαθέσιμο», μετατρέποντας το brand της οργάνωσης σε ένα ελαστικό και αποτελεσματικό εργαλείο υβριδικού πολέμου.

Την ίδια ώρα, η Μόσχα επιχειρεί να καλύψει το κενό που άφησαν οι μαζικές απελάσεις Ρώσων διπλωματών, καταφεύγοντας σε πράκτορες «μιας χρήσης» με ελάχιστη εκπαίδευση. Οι πράξεις που τους ανατίθενται κυμαίνονται από εμπρηστικές επιθέσεις σε οχήματα πολιτικών και αποθήκες με ανθρωπιστική βοήθεια, μέχρι ψευδοναζιστική προπαγάνδα. Η λογική είναι απλή: χαμηλό κόστος, υψηλός θόρυβος και επαρκής αποσταθεροποίηση, με το Κρεμλίνο να διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αρνείται κάθε ανάμειξη.

Στην καρδιά της νέας στρατηγικής βρίσκεται η έννοια του «disposable agent», ενός πράκτορα αναλώσιμου, που μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί. Συχνά πρόκειται για νεαρούς άνδρες με ποινικό παρελθόν, τους οποίους εντοπίζουν ανώνυμοι λογαριασμοί σε κρυπτογραφημένες πλατφόρμες και τους υπόσχονται γρήγορο χρήμα. Το δίκτυο διαθέτει έτοιμη γλώσσα και αισθητική που «μιλάει» στα ακροατήρια αυτά, προβάλλοντας μια ψευδορομαντική εικόνα του «πολεμιστή» που εκδικείται το σύστημα.

Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση του 21χρονου Ντάιλαν Έρλ στο Λονδίνο, ενός μικροεγκληματία που στρατολογήθηκε μέσω social media από λογαριασμούς συνδεδεμένους με τη «Βάγκνερ». Έλαβε εντολή να βάλει φωτιά σε αποθήκη όπου φυλασσόταν υλικό βοήθειας για την Ουκρανία τον Μάρτιο του 2024. Ο Έρλ καταδικάστηκε σε 23 χρόνια φυλάκιση, με τη δικαστή να τονίζει ότι «το κρυφό χέρι του ίντερνετ» κατάφερε να βρει νεαρούς έτοιμους να προδώσουν τη χώρα τους για μετρητά.

Για τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες ασφαλείας, η υπόθεση αυτή αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου παζλ με επαναλαμβανόμενα μοτίβα: οικονομική δυσπραγία, διαδικτυακή ριζοσπαστικοποίηση και αποστολές σχεδιασμένες να μεγιστοποιούν τον αντίκτυπο. Η μετατόπιση της «Βάγκνερ» στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις εντάσσεται στη συνολική καμπάνια διαταραχής που εξαπολύει η Ρωσία, δοκιμάζοντας τα όρια της ευρωπαϊκής αντοχής.

Το αποτέλεσμα είναι ένα είδος «υβριδικής πολιτοφυλακής» εντός της Ευρώπης, όπου οι πράξεις βίας δεν εκτελούνται από επαγγελματίες, αλλά από πολίτες που έχουν πειστεί ότι απλώς κάνουν μια δουλειά. Ενώ η FSB επενδύει σε εγκληματικά δίκτυα, τα κανάλια της «Βάγκνερ» στο Telegram θεωρούνται ανησυχητικά αποτελεσματικά, αξιοποιώντας την εμπειρία από το περιβόητο «εργοστάσιο τρολ» της Αγίας Πετρούπολης.

Παρά την επικινδυνότητά της, η χρήση ερασιτεχνών αποτελεί και αδύναμο σημείο της ρωσικής στρατηγικής. Τα λάθη και οι ασυνέπειες στις επικοινωνίες διευκολύνουν την ανίχνευση, με αποτέλεσμα περισσότερα σχέδια να έχουν αποτραπεί παρά να έχουν υλοποιηθεί. Ωστόσο, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα κανονικότητα, όπου ο πόλεμος φθοράς μεταφέρεται από τα χαρακώματα στα προάστια και τις βιομηχανικές ζώνες, στοχεύοντας όσους δελεάζονται από τα «εύκολα λεφτά».