Eurofound: Η Ελλάδα χωρίς σχέδιο αντιμετωπίζει την κλιματική αλλαγή
Η κλιματική αλλαγή χτυπά πρώτα τον Νότο, αλλά η Ελλάδα είναι από τις χώρες που βρίσκονται στη μικρότερη προετοιμασία να σχεδιάσει πολιτικές προσαρμοσμένες στους πολίτες, σύμφωνα με έρευνα του Eurofound.
Με τον ενεργειακό πόλεμο να μαίνεται και τις τιμές της ενέργειας να καλπάζουν, τα νοικοκυριά βάζουν σε πρώτη προτεραιότητα την κάλυψη των βασικών τους αναγκών. Η προστασία απέναντι στην κλιματική αλλαγή όμως δεν μπορεί να μείνει στη δεύτερη θέση· η αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και της κλιματικής αλλαγής είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.
Ο στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση των εκπομπών άνθρακα κατά 90% έως το 2040, σε σύγκριση με το 1990, θα έπρεπε θεωρητικά να προστατεύει την Ευρώπη από τις αναταράξεις των διεθνών αγορών ενέργειας. Στην πράξη, όμως, ο ενεργειακός εφοδιασμός της Ευρώπης εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως σε εισαγόμενο πετρέλαιο και φυσικό αέριο, πηγές που όχι μόνο ρυπογόνες αλλά και ευάλωτες σε ακραίες διακυμάνσεις τιμών.
Ο Επίτροπος Ενέργειας και Στέγασης Νταν Γιόργκενσεν προειδοποίησε ότι σχεδόν 50 εκατομμύρια Ευρωπαίοι δεν μπορούν να θερμάνουν επαρκώς το σπίτι τους ακόμη και σε έναν κανονικό χειμώνα. Κάλεσε τα κράτη-μέλη να στηρίξουν τους ευάλωτους, αλλά η γενική κατεύθυνση παραμένει ο περιορισμός της κατανάλωσης, αφήνοντας το βάρος στους πολίτες.
Στην Ελλάδα, 4 στα 10 νοικοκυριά δυσκολεύονται να πληρώσουν τους λογαριασμούς και 2 στα 10 ζουν ήδη σε συνθήκες ενεργειακής φτώχειας. Εκεί, το δίλημμα «θέρμανση ή φαγητό» δεν λύνεται με επιπλέον περικοπές. Σύμφωνα με την Eurostat, μόλις το 9,5% του πληθυσμού κατοικεί σε σπίτια που αναβαθμίστηκαν ενεργειακά την τελευταία πενταετία, ενώ έρευνα της Greenpeace δείχνει ότι ακόμη και οι παρεμβάσεις που έγιναν ήταν αποσπασματικές και ανεπαρκείς. Παράλληλα, η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό αναγκαστικής χρήσης ΙΧ, επειδή οι πολίτες δεν μπορούν να βασιστούν στις δημόσιες συγκοινωνίες, και η ακρίβεια στα καύσιμα δεν αντιμετωπίζεται με επιδόματα-ψίχουλα.
Η έρευνα του Eurofound εξετάζει αν οι δημόσιες πολιτικές για την κλιματική αλλαγή και την πράσινη μετάβαση καθιστούν τους πολίτες ενεργούς συμμετόχους. Η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες που βρίσκονται ακόμη σε εμβρυακό στάδιο στη λεγόμενη «πράσινη συμπεριφορική δημόσια πολιτική» (Green Behavioural Public Policy), δηλαδή τον βαθμό που οι κυβερνήσεις λαμβάνουν υπόψη τη συμπεριφορά του κοινού όταν σχεδιάζουν μέτρα για το κλίμα.
Περίπου το 84% των πολιτών της ΕΕ συμφωνεί ότι η κλιματική αλλαγή οφείλεται στην ανθρώπινη δραστηριότητα, ενώ το 94% αναγνωρίζει την επείγουσα ανάγκη προσαρμογής. Ωστόσο, αυτή η στήριξη δεν μεταφράζεται αυτόματα σε καθημερινές συμπεριφορές· το κόστος, η ευκολία, οι συνήθειες και η εμπιστοσύνη συχνά ζυγίζουν περισσότερο από τις καλές προθέσεις.
Το βασικό εύρημα της μελέτης είναι αποκαρδιωτικό: σε 17 από τις 28 χώρες που εξετάστηκαν (κράτη-μέλη της ΕΕ και Νορβηγία), η θεσμική ικανότητα για πράσινη συμπεριφορική πολιτική είναι μικρή ή ανύπαρκτη. Η έρευνα δεν αφορά μόνο τις καμπάνιες ενημέρωσης, αλλά κυρίως πρακτικά ζητήματα: πόσο εύχρηστα είναι τα προγράμματα επιδότησης για ενεργειακές αναβαθμίσεις, αν τα κίνητρα δίνονται τη σωστή στιγμή και αν οι υπηρεσίες σχεδιάζονται με βάση τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.
Η τεχνογνωσία συγκεντρώνεται στη βορειοδυτική Ευρώπη. Η Ιρλανδία και η Ολλανδία είναι οι μόνες χώρες στην ανώτατη βαθμίδα, καθώς αξιοποιούν συμπεριφορικά δεδομένα σε πολλούς θεσμούς, συντονίζουν τα υπουργεία και αξιολογούν συστηματικά τις παρεμβάσεις τους. Στον αντίποδα, η Βουλγαρία, η Ουγγαρία, η Λετονία και η Ρουμανία κατατάσσονται στη χαμηλότερη κατηγορία.
Το πιο ανησυχητικό είναι η αναντιστοιχία ανάμεσα στον κίνδυνο και στα εργαλεία. Η ευρωπαϊκή αξιολόγηση κλιματικού κινδύνου χαρακτηρίζει τη νότια Ευρώπη «θερμό σημείο», κυρίως λόγω καύσωνα και παρατεταμένης ξηρασίας. Όμως η Ελλάδα και η Πορτογαλία εμφανίζουν περιορισμένη ικανότητα και εφαρμογή, ενώ η Ιταλία και η Ισπανία διαθέτουν συμπεριφορική τεχνογνωσία που όμως δεν έχει ακόμη στραφεί στην πράσινη πολιτική. Όσοι χρειάζονται περισσότερη προσαρμογή είναι οι λιγότερο εξοπλισμένοι να τη σχεδιάσουν.
Η Ελλάδα κατατάσσεται στη Φάση 1, το στάδιο της «έναρξης», μαζί με άλλες 12 χώρες, μεταξύ των οποίων η Κύπρος, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Πολωνία. Στον αναλυτικό πίνακα της έκθεσης, η χώρα βαθμολογείται με «καμία ή ελάχιστη» ερευνητική ικανότητα και «καμία ή ελάχιστη» εφαρμογή στην πράσινη πολιτική, με την τάση να χαρακτηρίζεται σταθερή — κάτι που για μια χώρα στα πρώτα βήματα σημαίνει ουσιαστικά στασιμότητα.
Σύμφωνα με το Eurofound, η Ελλάδα διαθέτει κάποια θεσμοθετημένη ικανότητα, αλλά καμία μόνιμη μονάδα που να στηρίζει συστηματικά την πράσινη μετάβαση. Έχουν υλοποιηθεί αρκετά έργα με ακαδημαϊκή υποστήριξη, όπως η συμμετοχή στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα NUDGE, που δοκίμασε παρεμβάσεις ενεργειακής αποδοτικότητας σε 472 νοικοκυριά σε πέντε χώρες. Ωστόσο, η συστηματική αξιοποίηση της συμπεριφορικής επιστήμης προσκρούει σε τρία εμπόδια: την περιορισμένη εμπλοκή των φορέων χάραξης πολιτικής, την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και κατάρτισης, και τα νομικά και γραφειοκρατικά προσκόμματα.
Η υπάρχουσα ικανότητα, καταλήγει η έκθεση, είναι διερευνητική και βασίζεται σε μεμονωμένα έργα, χωρίς να έχει ενσωματωθεί στη λειτουργία του κράτους. Επιπλέον, σε πολλές χώρες της Φάσης 1 τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενα έργα είναι ο κύριος και ενίοτε ο μόνος μοχλός, που σημαίνει ότι η δραστηριότητα μένει χωρίς στήριξη μόλις τα έργα ολοκληρωθούν.
Τα παραδείγματα της έκθεσης δείχνουν τι σημαίνει στην πράξη μια πολιτική σχεδιασμένη γύρω από τον άνθρωπο. Στη Φινλανδία, οδηγοί έλαβαν δωρεάν ηλεκτρικό ποδήλατο όσο το αυτοκίνητό τους βρισκόταν σε σέρβις, με αποτέλεσμα η προθυμία τους να υιοθετήσουν e-bike να αυξήθηκε κατά 88%. Αντίθετα, η Κύπρος, η πιο κοντινή μας περίπτωση, δείχνει την άλλη όψη του νομίσματος: πάνω από το 55% των δικαιούχων επιδοτήσεων για ανανεώσιμες πηγές δεν κατάφεραν να τις αξιοποιήσουν, εξαιτίας πολύπλοκων ηλεκτρονικών φορμών, τεχνικής γλώσσας και αβεβαιότητας για την αποζημίωση, που αποθάρρυναν νοικοκυριά ήδη δυσκολευόμενα με το ενεργειακό κόστος. Οι ερευνητές πρότειναν προσυμπληρωμένες αιτήσεις, επεξηγήσεις μίας σελίδας και βοήθεια από έμπιστους κοινωνικούς λειτουργούς — μοτίβο που όποιος έχει επιχειρήσει να κάνει αίτηση σε ελληνική πλατφόρμα επιδότησης θα αναγνωρίσει.
Η έκθεση δεν παρουσιάζει τη συμπεριφορική πολιτική ως πανάκεια. Στην Κροατία, οι κανονισμοί τιμωρούσαν τα νοικοκυριά που παρήγαν «υπερβολική» ηλεκτρική ενέργεια από φωτοβολταϊκά πάνελ, ωθώντας τα να περιορίζουν την ανανεώσιμη παραγωγή τους· έτσι, το κράτος με το ένα χέρι ενθάρρυνε την πράσινη ενέργεια και με το άλλο την αποθάρρυνε. Στην Ολλανδία, αντίθετα, το 80% θεωρεί αναγκαία τη δράση για το κλίμα, αλλά μόνο το 55% έχει αλλάξει την καθημερινότητά του· για αυτό το κλιματικό σχέδιο της χώρας προβλέπει υπηρεσίες ανακαίνισης «μίας στάσης», απλούστερες διαδικασίες και στοχευμένη στήριξη, ώστε οι επιδοτήσεις να μην καταλήγουν κυρίως σε όσους ήδη μπορούν να αγοράσουν αντλίες θερμότητας ή ηλεκτρικά αυτοκίνητα.
Η πρόοδος, τέλος, δεν είναι μόνιμη κατάκτηση. Η Αυστρία έκλεισε τη σχετική μονάδα για την κλιματική αλλαγή και τις δημόσιες συμπεριφορικές πολιτικές το 2024 και η Εσθονία συγχώνευσε την τεχνογνωσία της σε ευρύτερη διεύθυνση. Για τον λόγο αυτό, το Eurofound προτείνει να αξιοποιηθούν τα ευρωπαϊκά κονδύλια ως μοχλός για μόνιμη θεσμική ενίσχυση. Για την Ελλάδα, όπου μόλις ένας στους δέκα κατοίκους ζει σε ενεργειακά αναβαθμισμένο σπίτι, το μήνυμα είναι σαφές: οι επιδοτήσεις χρειάζονται, αλλά αποδίδουν μόνο όταν ο πολίτης μπορεί πραγματικά να τις χρησιμοποιήσει.