Δέκα χρόνια της Macronomics: η Γαλλία στην τελευταία μάχη
Δέκα χρόνια πριν, ο Ρολάν Λεσκίρ εγκατέλειψε μια υψηλόβαθμη καριέρα στον χρηματοπιστωτικό κλάδο του Καναδά, απανώντας στο κάλεσμα του Εμανουέλ Μακρόν για οικονομική και πολιτική επανάσταση στη Γαλλία. Ο τραπεζίτης επέστρεψε στην πατρίδα του βλέποντας μια ευκαιρία να ανακόψει την άνοδο της Ακροδεξιάς και να παραδώσει στην επόμενη γενιά πολιτικών ηγετών μια φιλοευρωπαϊκή και φιλική προς τις επιχειρήσεις Γαλλία.
Ο τέταρτος υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Μακρόν περιέγραψε την απόφαση ως προσωπική αλλαγή φάσης: "Ήμουν 50 ετών και περνούσα τη δική μου κρίση μέσης ηλικίας", επισήμανε σε συνέντευξή του. "Κάποιοι άνθρωποι αλλάζουν τη ζωή τους, κάποιοι αλλάζουν χώρα. Εγώ απλώς αποφάσισα να αλλάξω πορεία και να ενταχθώ στο πολιτικό κίνημα" συμπλήρωσε.
Όταν ο Μακρόν παραδώσει την προεδρία στον διάδοχό του την επόμενη χρονιά, το πολιτικό κίνημα που δημιούργησε ο Λεσκίρ θα έχει ουσιαστικά ολοκληρώσει τον κύκλο του. Η αποστολή που είχε αναλάβει πριν από μια δεκαετία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τη δυσκολία της μετατόπισης από τις υποσχέσεις στη διαχείριση των συνεπειών τους.
Η επανάσταση δεν κατάφερε να ξεπεράσει την αμφίθυμη σχέση της Γαλλίας με τον καπιταλισμό. Μια δεκαετία πολιτικών αστοχιών και διαδοχικών παγκόσμιων κρίσεων, με τις δημόσιες δαπάνες να αποτελούν την κατεξοχήν απάντηση της κυβέρνησης, οδήγησε σε αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια, επιβράδυνση της ανάπτυξης και εκτίναξη του δημόσιου χρέους. Παράλληλα, οι επενδυτές εγκαταλείπουν γαλλικά περιουσιακά στοιχεία, καθώς η αναταραχή στις διεθνείς αγορές ομολόγων έχει καταστήσει τη Γαλλία τον πιο αδύναμο κρίκο της οικονομίας της ευρωζώνης.
Ο Λεσκίρ ηγείται πλέον μιας προσπάθειας οπισθοφυλακής, με στόχο να διασώσει ό,τι έχει απομείνει από τη λεγόμενη Macronomics. Η οικονομική ατζέντα του Μακρόν, η οποία κατά τη δεύτερη θητεία του υποχώρησε μπροστά στον αγώνα για πολιτική επιβίωση, έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο.
Η τελευταία μεγάλη μάχη θα δοθεί τις επόμενες εβδομάδες, όταν η κυβέρνηση μειοψηφίας θα επιχειρήσει να περάσει τον προϋπολογισμό. Στόχος είναι, τουλάχιστον, να αλλάξει το αφήγημα στα μάτια των διαχειριστών κεφαλαίων, οι οποίοι πλέον ζητούν υψηλότερη απόδοση για να αγοράσουν γαλλικό χρέος από ό,τι ιταλικό. Η εξέλιξη αποτυπώνει τη μεταβολή στην αντίληψη των αγορών για τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας.
Ένα αξιόπιστο δημοσιονομικό σχέδιο ενδέχεται, ωστόσο, να μην αρκεί για να ανακόψει τις πιέσεις. Πολιτικοί που καταγράφουν ισχυρή δυναμική στις δημοσκοπήσεις ενόψει των προεδρικών εκλογών της επόμενης χρονιάς, η Μαρίν Λεπέν από την Ακροδεξιά και ο Ζαν-Λικ Μελανσόν από την Αριστερά, έχουν δεσμευτεί να ανατρέψουν μεταρρυθμίσεις του Μακρόν. Ο Μελανσόν προτείνει ακόμη πιο ριζική αλλαγή πορείας, μεταξύ άλλων με διαγραφή μέρους του γαλλικού χρέους.
Το κλείσιμο αυτής της δεκαετούς οικονομικής διαχείρισης βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με τη φιλοδοξία του Μακρόν να καταστήσει τη Γαλλία κινητήριο δύναμη μιας αναδιαμορφωμένης Ευρώπης, ικανής να σταθεί στα πόδια της, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ υπονομεύει το ΝΑΤΟ εκ των έσω.
Ο πόλεμος της Ρωσίας στα σύνορα της Ευρώπης, αλλά και ο κίνδυνος η Ευρωπαϊκή Ένωση να περισσευτεί ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, έχουν αυξήσει ακόμη περισσότερο το διακύβευμα για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ. Όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που το λαϊκιστικό κύμα απειλεί να μεταβάλει δραστικά ό,τι έχει απομείνει από τη μεταπολεμική τάξη πραγμάτων.
Ο Λεσκίρ τοποθετείται με σαφήνη: "Δεν ανήκω σε εκείνους που λένε ότι ο λαϊκισμός δεν αποτελεί πρόβλημα — είναι τεράστιο πρόβλημα", είπε. Για μια προεδρία της Λεπέν, πρόσθεσε: "θα έθετε ερωτήματα σχετικά με τη θέση της Γαλλίας στην Ευρώπη, πιθανότατα θα έθετε ερωτήματα και για τη θέση της Ευρώπης στον κόσμο και, πιστεύω, θα κατέστρεφε αξία, τη στιγμή που εμείς, παρά τις δυσκολίες, έχουμε δημιουργήσει κάποια".
Γιος κομμουνιστή δημοσιογράφου και συνδικαλιστή, ο Λεσκίρ μεγάλωσε στο εργατικό προάστιο Μοντρέιγ του Παρισιού. Πριν μετατραπεί σε έναν από τους πρωταγωνιστές της φιλοεπιχειρηματικής στροφής του Μακρόν, είχε ήδη διανύσει μακρά πορεία στον χώρο της δημιουργίας αξίας και των επενδύσεων.
Απόφοιτος της École Polytechnique, μίας από τις πλέον ελίτ σχολές της Γαλλίας, και του London School of Economics, ο 50χρονος Λεσκίρ ήταν επικεφαλής επενδύσεων του καναδικού διαχειριστή συνταξιοδοτικών κεφαλαίων Caisse de Dépôt et Placement du Québec, όταν αποφάσισε να διεκδικήσει έδρα στη γαλλική Εθνοσυνέλευση, στο Παρίσι.
Η επιστροφή του από την οκταετή παραμονή στον Καναδά ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς. Κέρδισε μια έδρα ως εκπρόσωπος των Γάλλων που ζουν στο εξωτερικό και εντάχθηκε στη μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία του Μακρόν, η οποία είχε στελεχωθεί σε μεγάλο βαθμό από πολιτικούς πρωτοεμφανιζόμενους, αποφασισμένους να αξιοποιήσουν την τεχνογνωσία και την επιχειρηματική τους εμπειρία στη χάραξη πολιτικής.
Ο Λεσκίρ ανέλαβε κεντρικό ρόλο ως πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων. "Πρέπει να είσαι σε θέση να παράγεις πλούτο, προκειμένου να μπορείς στη συνέχεια να τον διανείμεις", υποστήριξε. "Για να το χρηματοδοτήσεις αυτό, πρέπει να δημιουργήσεις ανάπτυξη, πρέπει να δημιουργήσεις ευημερία".
Με την οικονομική ανάπτυξη να ξεπερνά το 2%, την ανεργία να υποχωρεί και το δημοσιονομικό έλλειμμα να βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας, ο Μακρόν προχώρησε στις αλλαγές που είχε υποσχεθεί, μεταξύ άλλων με περαιτέρω χαλάρωση της εργατικής νομοθεσίας και μειώσεις στη φορολογία των επιχειρήσεων.
Ο Λεσκίρ ορίστηκε εισηγητής του νομοσχεδίου PACTE, την οποία χαρακτήριζε ως "η Macronomics στην πράξη". Στόχος του ήταν να ενισχύσει την επιχειρηματικότητα, "επαναπροσδιορίζοντας τη θέση των επιχειρήσεων στην κοινωνία, ώστε να ενισχυθεί η συμμετοχή των εργαζομένων".
Το νομοθετικό πακέτο περιλάμβανε μια σειρά από μέτρα, από την πώληση κρατικών περιουσιακών στοιχείων έως κανόνες για την ενίσχυση της εκπροσώπησης των συνδικάτων στα διοικητικά συμβούλια. Οι προτάσεις είχαν προετοιμαστεί από δίδυμα βουλευτών και εκπροσώπους του επιχειρηματικού κόσμου.
Ωστόσο, ακόμη και πριν από την οριστική ψήφιση της νομοθεσίας, εμφανίστηκε μια μεγάλη ρωγμή. Τον Νοέμβριο του 2018, η πρόταση για επιβολή φόρου άνθρακα στα καύσιμα πυροδότησε τις κινητοποιήσεις που έμειναν γνωστές ως Κίτρινα Γιλέκα. Οι διαμαρτυρίες εξελίχθηκαν σε πανεθνική αντίδραση για το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης και τη φιλοεπιχειρηματική πολιτική του προέδρου, δίνοντας στην αντιπολίτευση τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά ένα ισχυρό πολιτικό όπλο, το οποίο έκτοτε δεν έχει πάψει να χρησιμοποιεί.
Ο Μελανσόν είχε δηλώσει: "Τα οικονομικά της πλευράς της προσφοράς οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή της κοινωνίας". Η Λεπέν, από την πλευρά της, κατηγορούσε την κοινωνική υποβάθμιση που, όπως υποστήριζε, προκαλούσαν οι πολιτικές του Μακρόν και απαίτησε την απόσυρση των φόρων.
Ο πολιτικός λανθασμένος υπολογισμός ως προς το κατά πόσο οι ψηφοφόροι ήταν διατεθειμένοι να επωμιστούν το κόστος των πολιτικών για το κλίμα αποδείχθηκε ιδιαίτερα ακριβός. Για να αποκαταστήσει την κοινωνική ηρεμία, η κυβέρνηση κατέληξε να δαπανήσει περισσότερα από 10 δισ. ευρώ σε φορολογικές ελαφρύνσεις και επιδόματα για εργαζομένους με χαμηλά εισοδήματα.
«Για να είμαστε δίκαιοι, τότε κανείς δεν το είχε αντιληφθεί», λέει ο Λεσκίρ. «Ούτε η προεδρία το περίμενε, ούτε η αντιπολίτευση. Και αυτό είναι το δύσκολο όταν είσαι πολιτικός: να παραμένεις σε επαφή με την πραγματικότητα, με τους ανθρώπους στην καθημερινότητά τους, και να προσπαθείς να κατανοήσεις τους φόβους και την αγωνία τους».
Ο Μακρόν δεν πρόλαβε να επαναφέρει στο επίκεντρο τις βασικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις του πριν χτυπήσει η πανδημία του Covid. Η διαχείριση της κρίσης σήμανε σαφή μετατόπιση πολιτική. Με τη λογική ότι η οικονομία έπρεπε να στηριχθεί "όσο κι αν κοστίζει", το κράτος διοχέτευσε τεράστια ποσά για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων που είχαν αναστείλει τη λειτουργία τους και εργαζομένων που είχαν τεθεί σε καθεστώς αναστολής.
Οι δαπάνες δεν διέφεραν σημαντικά από εκείνες άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Ωστόσο, η κυβέρνηση άργησε να κλείσει τη στρόφιγγα των κρατικών ενισχύσεων. Λιγότερο από δύο χρόνια αργότερα, ο πρόεδρος αύξησε εκ νέου τις δημόσιες δαπάνες για να στηρίξει τα νοικοκυριά, καθώς οι τιμές της ενέργειας αυξάνονταν και στη συνέχεια εκτοξεύτηκαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Σύμφωνα με το γαλλικό Ελεγκτικό Συνέδριο, μέσα στην τριετία από το 2020 οι συνολικές δαπάνες για μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης και τόνωσης της οικονομίας που συνδέονταν με την πανδημία του Covid ανήλθαν σε περίπου 190 δισ. ευρώ.
Σε μεταγενέστερη έκθεσή του, το Ελεγκτικό Συνέδριο υπολόγισε τις συνολικές κρατικές δαπάνες κατά την ενεργειακή κρίση σε 72 δισ. ευρώ, ποσό αντίστοιχο σε περισσότερο από έναν χρόνο αμυντικών δαπανών. Σε αυτό περιλαμβανόταν σχεδόν 8 δισ. ευρώ σε οριζόντιες, μη στοχευμένες επιδοτήσεις στα καύσιμα.
Η κρατική στήριξη βοήθησε τον Μακρόν να αποκρούσει την πρόκληση της Λεπέν στις προεδρικές εκλογές του 2022. Ωστόσο, το τίμημα ήταν ότι έχασε την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ακόμη και στελέχη του ίδιου του πολιτικού στρατοπέδου του προέδρου εξέφραζαν παράπονα ότι δεν διαφαινόταν κάποια ιδιαίτερα φιλόδοξη μεταρρυθμιστική ατζέντα, πέρα από μια περιορισμένη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού, η οποία βασιζόταν κυρίως στην παράταση του εργασιακού βίου και όχι σε μια συνολική αναμόρφωση του συστήματος.
«Στην πραγματικότητα, δεν είχαμε συζητήσει για πολλά περισσότερα από το ότι, ξέρετε, υπάρχει πόλεμος στην άκρη της Ευρώπης», λέει ο Λεσκίρ. «Ήταν κάπως μια εκλογή από προεπιλογή. Νομίζω ότι οι Γάλλοι επέλεξαν τον άνθρωπο που θεωρούσαν καταλληλότερο για να διαχειριστεί τη διεθνή συγκυρία».
Έκτοτε, ούτε τα δημόσια οικονομικά της Γαλλίας ούτε το πολιτικό κεφάλαιο του Μακρόν έχουν ανακάμψει. Η απόφαση του προέδρου να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές το 2024, σε μια προσπάθεια να ανακτήσει τον έλεγχο της πολιτικής ατζέντας, επιδείνωσε την κατάσταση. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κοινοβούλιο που ανάγκασε δύο φορές πρωθυπουργούς να παραιτηθούν, ενώ παράλληλα καθυστέρησε τις προσπάθειες εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών.
Μέσα σε αυτόν τον αγώνα πολιτικής επιβίωσης, τα ισχυρότερα πλήγματα στη Macronomics ήρθαν μέσα από τους προϋπολογισμούς του 2025 και του 2026. Ο Λεσκίρ δραστηριοποιείται πλέον σε πολλαπλά μέτωπα: υπερασπίζεται τις φιλοεπιχειρηματικές πολιτικές της κυβέρνησης, επιχειρεί να αναχαιτίσει τις πιέσεις για νέους φόρους στον πλούτο και προσπαθεί να περιορίσει την ανεξέλεγκτη αύξηση των κοινωνικών δαπανών.
Παρότι οι απώλειες έχουν συσσωρευτεί, ο ίδιος παραμένει πεπεισμένος ότι η Macronomics θα αφήσει μακροπρόθεσμο αποτύπωμα. Ως παρακαταθήκη επικαλείται μια αγορά εργασίας που, όπως υποστηρίζει, λειτουργεί καλύτερα, με περισσότερους ανθρώπους να εργάζονται από ποτέ, τη δυναμική της γαλλικής start-up nation και την οικονομική ανάπτυξη, η οποία σε ορίζοντα δεκαετίας ξεπερνιέται, μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών, μόνο από την Ισπανία.
Υποστηρίζει επίσης ότι η ηγεσία του Μακρόν στις διαδοχικές κρίσεις, από την πανδημία του Covid έως τον πόλεμο στην Ουκρανία, εδραίωσε την αντίληψη πως "η Γαλλία χωρίς την Ευρώπη δεν είναι πολλά, αλλά ούτε η Ευρώπη χωρίς τη Γαλλία είναι πολλά".
Πέρυσι, ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί ανέστειλε τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού του Μακρόν και παρέτεινε έναν φόρο στις μεγάλες επιχειρήσεις, ο οποίος αρχικά είχε σχεδιαστεί ως έκτακτο και προσωρινό μέτρο. Στόχος ήταν να εξασφαλίσει τη στήριξη κομμάτων της αντιπολίτευσης και να αποτρέψει την ανατροπή της κυβέρνησης μέσω προτάσεων μομφής που θα μπορούσαν να μπλοκάρουν τα δημοσιονομικά σχέδια.
«Η αύξηση της φορολογίας των επιχειρήσεων σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάπτυξη αποτελεί πρόκληση δεν είναι ποτέ ευχάριστη εξέλιξη», λέει ο Λεσκίρ. «Ήταν σημαντικό να βρούμε έναν πολιτικό δρόμο προς τη σταθερότητα και το καταφέραμε, αλλά με κόστος».
Η τελευταία μάχη για τον προϋπολογισμό είναι και η πιο δύσκολη μέχρι σήμερα. Η εμπιστοσύνη των επενδυτών στην ικανότητα της Γαλλίας να αντιμετωπίσει τα δημοσιονομικά της προβλήματα υποχωρεί, προκαλώντας ισχυρές πιέσεις στην αγορά ομολόγων. Ως αποτέλεσμα, η διαφορά απόδοσης που καλείται να πληρώσει η Γαλλία για το 10ετές χρέος της σε σχέση με το αντίστοιχο γερμανικό έχει αυξηθεί σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί από το 2011. Τη Δευτέρα διαμορφωνόταν περίπου στις 149 μονάδες βάσης.
Ο Λεσκίρ έχει προτείνει ιδιαίτερα απότομες περικοπές δαπανών, μεταξύ άλλων μέτρων που είναι πολιτικά δύσκολα να εφαρμοστούν, όπως το πάγωμα των μισθών στο Δημόσιο και ορισμένων συντάξεων. Παράλληλα, προκειμένου να επανέλθει η δημοσιονομική εξυγίανση σε τροχιά, έχει προτείνει τη διατήρηση τουλάχιστον μέρους του έκτακτου φόρου στις μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς και την κατάργηση άλλων φορολογικών απαλλαγών και εξαιρέσεων.
Οι επόμενες προεδρικές εκλογές ενδέχεται να αποτελέσουν το αποφασιστικό πλήγμα για το πολιτικό και οικονομικό σχέδιο του Μακρόν. Η Μαρίν Λεπέν, η οποία καταγράφει υψηλές επιδόσεις στις δημοσκοπήσεις, δεν έχει παρουσιάσει ακόμη αναλυτικά το οικονομικό της πρόγραμμα. Έχει, ωστόσο, παρουσιάσει τις προτάσεις της ως μια διαφορετική επιλογή για την κοινωνία, η οποία θα περιλαμβάνει την ανατροπή της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού, ώστε οι εργαζόμενοι να μπορούν να συνταξιοδοτούνται ακόμη και από την ηλικία των 60 ετών.
Η κριτική από το κόμμα της, τον Εθνικό Συναγερμό, είναι κατηγορηματική. «Είναι αδύνατο να τα πάτε χειρότερα από εσάς», δήλωσε ο βουλευτής Ζαν-Φιλίπ Τανγκί σε συνεδρίαση της Επιτροπής Οικονομικών την περασμένη εβδομάδα. «Έχετε αποτύχει σε όλα, τα έχετε καταστρέψει όλα».
Ο Μελανσόν, από την πλευρά του, υπόσχεται μεγάλες αυξήσεις στη φορολογία των επιχειρήσεων και των εύπορων πολιτών, καθώς και σημαντικές αυξήσεις στους μισθούς. Τις τελευταίες εβδομάδες έχει κυριαρχήσει σε μεγάλο μέρος της οικονομικής συζήτησης, με μια πρόταση για διαγραφή ή πάγωμα των γαλλικών χρεών που βρίσκονται στην κατοχή της κεντρικής τράπεζας.
Ερωτηθείς αν θα διεκδικήσει εκ νέου την έδρα του στην Εθνοσυνέλευση, ο Λεσκίρ λέει ότι τα δέκα χρόνια παρουσίας του στην πολιτική αποτελούν "μακρά θητεία", αφήνοντας ωστόσο ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην είναι ξανά υποψήφιος. «Είμαι πεπεισμένος ότι όταν κατακάτσει η σκόνη, σε έναν χρόνο, σε δύο χρόνια, ίσως σε πέντε χρόνια», λέει και προσθέτει πως «οι άνθρωποι θα συνειδητοποιήσουν πόσο πολύ έχει αλλάξει η Γαλλία τα τελευταία δέκα χρόνια».