Αποκαλύπτεται το τείχος χρέους της Ευρωζώνης
Οι χώρες της Ευρωζώνης αντιμετωπίζουν ένα τεράστιο «τείχος χρέους» και τον κίνδυνο ενός δημοσιονομικού σπιράλ τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε η «Κ», μέχρι το 2030 οι μεγαλύτερες χώρες του ευρώ πρέπει να αναχρηματοδοτήσουν χρέος σχεδόν 5 τρισ. ευρώ, το οποίο εκδόθηκε σε περιόδους εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων.
Οι κρατικοί τίτλοι που λήγουν μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια είχαν αρχικά επιτόκια ακόμη και υπό το μηδέν και πρέπει να «καλυφθούν» με νέο χρέος το οποίο φέρει σήμερα επιτόκια της τάξης του 3,5%, του 4% ή του 5% σχεδόν, δημιουργώντας μια «βόμβα» αναχρηματοδότησης και κόστους εξυπηρέτησης χρέους.
Το περιβάλλον των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων που ίσχυε πριν από μερικά χρόνια δεν αναμένεται να επαναληφθεί και το κόστος δανεισμού των χωρών διεθνώς να αναμένεται να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα τα επόμενα χρόνια, ο όγκος χρέους που λήγει και πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί έως το 2030 στέλνει σήματα δημοσιονομικού συναγερμού.
Η συντριπτική πλειονότητα του υφιστάμενου χρέους εκδόθηκε κατά την περίοδο των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων πριν από το 2022 και των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Συνεπώς, το φθηνό χρέος του παρελθόντος πρέπει να αντικατασταθεί ουσιαστικά από νέο και ακριβότερο, διογκώνοντας το βάρος των τόκων στους προϊοντισμούς. Μόνο το 2027, σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι εκδόσεις κρατικών ομολόγων στις 11 μεγαλύτερες χώρες της Ευρωζώνης θα κινηθούν σε επίπεδα-ρεκόρ άνω του 1,55 τρισ. ευρώ.
Η «Κ» συγκέντρωσε στοιχεία για το χρέος που πρέπει να αναχρηματοδοτήσουν έξι μεγάλες χώρες της Ευρωζώνης –Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία και Βέλγιο–, τη στιγμή που οι μισές από αυτές αντιμετωπίζουν ήδη δημοσιονομικά προβλήματα. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας πρέπει να αναχρηματοδοτήσουν 4,8 τρισ. ευρώ χρέους, ενώ αυτό το ποσό θα αυξηθεί καθώς πολλές χώρες θα εκδώσουν ομόλογα μικρών λήξεων το επόμενο διάστημα.
Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο καθώς έχει μετατραπεί στον πιο αδύναμο κρίκο της Ευρωζώνης, με το δημοσιονομικό έλλειμμά της να ξεπερνάει το 5% και το δημόσιο χρέος της να αγγίζει το 120% του ΑΕΠ. Η Γαλλία πρέπει να αναχρηματοδοτήσει χρέος ύψους περίπου 1,3 τρισ. ευρώ έως το 2030. Το 2027 το χρέος που λήγει διαμορφώνεται στα 375,4 δισ. ευρώ, το 2028 στα 300,8 δισ. ευρώ, το 2029 στα 344,3 δισ. ευρώ και το 2030 στα 258,4 δισ. ευρώ. Ηδη έχει ανακοινώσει ρεκόρ εκδόσεων ομολόγων το 2027, οι οποίες θα διαμορφωθούν στα 340 δισ. ευρώ, και όπως δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ το ραγδαία αυξανόμενο κόστος των πληρωμών τόκων αντιστοιχεί σε περισσότερο από το μισό του δημοσιονομικού ελλείμματος το επόμενο έτος και θα φτάσει στα 100 δισ. ευρώ έως το τέλος της δεκαετίας.
Οι κρατικοί τίτλοι που λήγουν μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια είχαν αρχικά αρνητικές ή μηδενικές αποδόσεις. Σημειώνεται πως την περίοδο της πανδημίας η Γαλλία δανειζόταν με αρνητικές ή μηδενικές αποδόσεις. Για παράδειγμα, το 10ετές ομόλογο που είχε εκδώσει τον Σεπτέμβριο του 2020 και λήγει τον Νοέμβριο του 2030 είχε επιτόκιο 0%. Σήμερα η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ξεπερνάει το 4,7%.
Η Ιταλία, η οποία είναι αντιμέτωπη επίσης με υψηλό χρέος, ενώ παλεύει να βγει από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος τα επόμενα χρόνια, πρέπει να αναχρηματοδοτήσει χρέος συνολικού ύψους 1,39 τρισ. ευρώ που λήγει έως το 2030. Το 2027 η αναχρηματοδότηση φτάνει στα 426,3 δισ. ευρώ, το 2028 στα 340,7 δισ. ευρώ, το 2029 στα 313,8 δισ. ευρώ και το 2030 στα 307,3 δισ. ευρώ.
Η απόδοση του 10ετούς ιταλικού ομολόγου ξεπερνάει το 4,5%, όταν το 2020 το κόστος δανεισμού κινείτο ακόμη και κάτω του 1%, με στήριξη και από το έκτακτο πρόγραμμα PEPP της ΕΚΤ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 2027 η Ιταλία θα εκδώσει ομόλογα ύψους 360 δισ. ευρώ, ενώ οι δαπάνες της για τόκους θα ξεπεράσουν τα 103 δισ. ευρώ και θα αυξηθούν στο 4,3% του ΑΕΠ και στο 4,6% του ΑΕΠ τα δύο επόμενα έτη.
Η Γερμανία πρέπει να αναχρηματοδοτήσει χρέος ύψους 1,1 τρισ. ευρώ περίπου έως το 2030, μεγάλο μέρος του οποίου είχε εκδοθεί με αρνητικά επιτόκια, τη στιγμή που σήμερα η απόδοση του 10ετούς είναι στο 3,5%. Η γερμανική κυβέρνηση αναμένεται να δανειστεί 838 δισ. ευρώ το 2027-2030, ενώ το κόστος των τόκων θα διπλασιαστεί στα 81 δισ. ευρώ στο τέλος της δεκαετίας.
Υψηλά βάρη αναχρηματοδότησης αντιμετωπίζει και η Ισπανία, τα οποία διαμορφώνονται στα 770 δισ. ευρώ έως το 2030, ενώ στο Βέλγιο ανέρχονται στα 200 δισ. ευρώ περίπου και στην Πορτογαλία στα 100 δισ. ευρώ. Για την Ελλάδα, συγκριτικά, κινούνται στα 40 δισ. ευρώ.