Η Μέση Ανατολή στις φλόγες: Υψηλότερος πληθωρισμός, επιβράδυνση της ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία.

Τι αλλάζει στην ελληνική οικονομία: Οι κίνδυνοι από τη σύγκρουση στο Ιράν

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 4 λεπτά ανάγνωση

Η γεωπολιτική σκακιέρα στη Μέση Ανατολή παίρνει φωτιά και οι δονήσεις από τη σύγκρουση των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν φτάνουν μέχρι την καρδιά της ελληνικής οικονομίας. Ειδικοί και κορυφαίοι αναλυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας πως μια παρατεταμένη κλιμάκωση μπορεί να πυροδοτήσει τον πληθωρισμό και να φρενάρει απότομα την ανάπτυξη της χώρας. Όπως χαρακτηριστικά διαμηνύει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, η πολεμική εμπλοκή συνιστά ένα ισχυρό σοκ από την πλευρά της προσφοράς, με την τελική έκβαση να εξαρτάται απόλυτα από τη διάρκεια των εχθροπραξιών.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ελλάδα περνά μέσα από τις διεθνείς τιμές της ενέργειας. Αν το κόστος του πετρελαίου παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, οι συνέπειες θα είναι αλυσιδωτές: αύξηση του κόστος παραγωγής, έντονη ανοδική πίεση στον πληθωρισμό και σοβαρές διαταραχές στις εμπορικές ροές. Σε περίπτωση που η σύρραξη επεκταθεί, ο τουρισμός –ο βασικός πυλώνας της χώρας– αναμένεται να δεχθεί ισχυρό πλήγμα λόγω της επιβράδυνσης των εισερχόμενων ροών, ενώ η πιθανή αναστολή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να αποδειχθεί εξαιρετικά επώδυνη.

Μιλώντας στην «Κ», ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε: «Η ένταση των επιπτώσεων στην ελληνική οικονομία θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια και την ένταση της πολεμικής εμπλοκής και ιδιαίτερα εάν συμμετέχουν και άλλες χώρες». Ο ίδιος συμπλήρωσε με νόημα: «Οπως κάθε πολεμική εμπλοκή που επηρέασε τη ροή του πετρελαίου, και αυτή αποτελεί ένα σοκ από την πλευρά της προσφοράς, όπου τα βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα είναι η άνοδος των τιμών και η μείωση του εμπορίου και της παραγωγής». Καθώς η αβεβαιότητα παραμένει στο ζενίθ, ο διοικητής τόνισε: «Προς το παρόν δεν μπορούμε να πούμε κάτι περισσότερο εφόσον υπάρχει πολύ μεγάλη αβεβαιότητα για τη διάρκεια της εμπλοκής», προσθέτοντας πως «είναι πολύ νωρίς για το τι επιπτώσεις μπορεί να έχουν οι εξελίξεις και στη νομισματική πολιτική».

Από την πλευρά του, ο Πάολο Γκρινιάνι της Oxford Economics εκτιμά πως αν η κρίση αποδειχθεί βραχύβια, με το πετρέλαιο κοντά στα 80 δολάρια το επόμενο τρίμηνο και επιστροφή στα 65 δολάρια μέχρι το καλοκαίρι, η επίδραση θα είναι ελεγχόμενη. Σε αυτό το σενάριο, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα αυξηθεί κατά 0,2%-0,3% και η επίπτωση στο ΑΕΠ θα είναι μικρότερη από 0,1%. Ωστόσο, ο Νίκος Μαγγίνας, επικεφαλής οικονομολόγος της Εθνικής Τράπεζας, προειδοποιεί για την ανάγκη υψηλής εγρήγορσης, σημειώνοντας πως η Ελλάδα παραμένει ευάλωτη στο ενεργειακό πεδίο και την εφοδιαστική αλυσίδα, ειδικά λόγω της αδράνειας του εγχώριου πληθωρισμού.

Οι αναλυτές της Optima Research επισημαίνουν πως κάθε αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολάρια το βαρέλι αφαιρεί 0,15% από το ελληνικό ΑΕΠ. Αξίζει να σημειωθεί πως ο κρατικός προϋπολογισμός για το 2026 βασίζεται σε μια μέση τιμή 62,4 δολαρίων. Αν όμως οι τιμές εκτοξευθούν πάνω από τα 100 δολάρια καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, ο ρυθμός ανάπτυξης μπορεί να περιοριστεί στο 1,9% (έναντι πρόβλεψης 2,4%), με τον πληθωρισμό να σκαρφαλώνει στο 4,7%. Ο Ηλίας Λεκκός της Τράπεζας Πειραιώς προειδοποιεί πως η ανάπτυξη θα μπορούσε να υποχωρήσει ακόμη και στο 1,5%, ενώ επικαλείται τη ρήση του Κλάουζεβιτς «ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα» για να αναλύσει τις προθέσεις των ΗΠΑ.

Σε επιχειρηματικό επίπεδο, η Eurobank και η Alpha Bank παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις λόγω της έκθεσής τους στην Κύπρο και των σχεδίων επέκτασης στη Μέση Ανατολή. Για τα διυλιστήρια, όπως η HELLENiQ ENERGY και η Motor Oil, η αστάθεια μπορεί να φέρει βραχυπρόθεσμα κέρδη από αποθέματα, αλλά και προκλήσεις στις προμήθειες. Στον ενεργειακό κλάδο, οι υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου ενδέχεται να ευνοήσουν ομίλους όπως η ΔΕΗ, η Metlen και η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ βραχυπρόθεσμα, αλλά οι παρατεταμένες πιέσεις ίσως οδηγήσουν σε ληξιπρόθεσμες οφειλές. Στον αντίποδα, μετοχές όπως ο ΟΤΕ, ο ΟΠΑΠ, η Jumbo, η Cenergy, ο ΑΔΜΗΕ και η ΕΥΔΑΠ προβάλλονται ως πιο αμυντικά καταφύγια για τους επενδυτές σε αυτή την περίοδο αβεβαιότητας.