Νέα δεδομένα για τον ιό RSV: Τι αλλάζει για όλα τα νεογέννητα
Με τη σφραγίδα του Υπουργείου Υγείας και την υπογραφή της αναπληρώτριας υπουργού Ειρήνης Αγαπηδάκη, το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Παιδιών και Εφήβων για το 2026 φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη προστασίας από τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (RSV). Η κεντρική σύσταση αφορά την πλήρη κάλυψη των νεογέννητων, με στόχο τη μείωση των σοβαρών λοιμώξεων που ταλαιπωρούν τις μικρές ηλικίες.
Η χορήγηση του μονοκλωνικού αντισώματος Nirsevimab προγραμματίζεται για την περίοδο αιχμής του ιού, η οποία εκτείνεται από τον Νοέμβριο έως τον Μάρτιο. Σύμφωνα με τις οδηγίες, τα βρέφη που γεννιούνται σε αυτό το διάστημα και των οποίων οι μητέρες δεν εμβολιάστηκαν κατά την κύηση, θα πρέπει να λαμβάνουν τη δόση πριν την έξοδο από το μαιευτήριο ή το αργότερο εντός των πρώτων επτά ημερών ζωής τους. Η δόση ορίζεται στα 50 mg για βάρος κάτω των 5 κιλών και στα 100 mg για βρέφη άνω των 5 κιλών.
Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται για τα πρόωρα βρέφη με διάρκεια κύησης κάτω των 35 εβδομάδων που γεννήθηκαν εκτός της περιόδου αιχμής, καθώς και για παιδιά έως δύο ετών με συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου. Για τις ευπαθείς ομάδες, η ανοσοποίηση μπορεί να επαναληφθεί και κατά τη δεύτερη περίοδο κυκλοφορίας του ιού. Στα παιδιά ηλικίας 12 έως 24 μηνών, η δόση φτάνει τα 200 mg, χορηγούμενη σε δύο ενδομυϊκές ενέσεις των 100 mg σε διαφορετικά ανατομικά σημεία.
Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι ο εμβολιασμός της μητέρας κατά την εγκυμοσύνη παραμένει μια ασφαλής και αποτελεσματική ασπίδα, ωστόσο το βρέφος θα χρειαστεί επιπλέον ενίσχυση αν ο τοκετός συμβεί σε λιγότερο από 14 ημέρες από τον εμβολιασμό, αν υπάρχει ανοσοκαταστολή της μητέρας ή αν ο θεράπων ιατρός κρίνει εξαιρετικά υψηλό τον κίνδυνο. Το πρόγραμμα ξεκαθαρίζει ότι το Nirsevimab μπορεί να χορηγηθεί ταυτόχρονα με τα υπόλοιπα εμβόλια ρουτίνας, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη λύση προστασίας. Μοναδική αντένδειξη αποτελεί το ιστορικό αναφυλακτικής αντίδρασης στα συστατικά του, ενώ τονίζεται πως η δράση του επικεντρώνεται στην πρόληψη της λοίμωξης στην κοινότητα και όχι στη νοσοκομειακή μετάδοση.