LSE: Η Ελλάδα παγίδευτη στην «οικονομία της καφετέριας» — παραγωγικότητα στο πάτωμα, μισθοί εδαφίζονταν
Η Ελλάδα shows signs να εγκλωβίζεται πλέον εδώ και δεκαπέντε χρόνια σε ένα αναπτυξιακό μοντέλο με σαθρά θεμέλια, συμπεραίνει μελέτη του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics (LSE) η οποία βαφτίζει την εξέλιξη «οικονομία της καφετέριας» (Café Economy). Οι ερευνητές Μιχάλης Νικηφόρος, Βλάσης Μίσσος, Χρήστος Πέρρος και Νικόλαος Ροδουσάκης καταγράφουν μια κρίσιμη αντίφαση: παρά τις διακηρύξεις για νέο αναπτυξιακό μοντέλο, η χώρα στηρίζεται όλο και περισσότερο σε δραστηριότητες χαμηλής παραγωγικότητας που προσφέρουν εργασία αλλά όχι αντίστοιχη αύξηση αποδοτικότητας και εισοδημάτων.
Η έρευνα εξετάζει τις επιπτώσεις των πολιτικών λιτότητας και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων μετά την κρίση, με στόχο την απελευθέρωση των αγορών εργασίας και προϊόντων. Αντί για την αναμενόμενη ενίσχυση της παραγωγικότητας, η ελληνική οικονομία ακολούθησε αντίθετη πορεία, με την απασχόληση να μετατοπίζεται προς κλάδους που παράγουν μικρότερη προστιθέμενη αξία. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η παραγωγικότητα της εργασίας μειώθηκε κατά 16% μεταξύ 2009 και 2024, παραμένοντας κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα. Η υποχώρηση των πραγματικών μισθών ήταν ακόμη μεγαλύτερη: συνολικά μείωση 26% έως 35%, στον τουριστικό τομέα έως και 60%.
Οι συγγραφείς αποδίδουν την εξέλιξη στη συρρίκνωση της συνολικής ζήτησης και την πτώση των πραγματικών αποδοχών. Η μετατόπιση απασχόλησης προς φιλοξενία και εστίαση ευθύνεται για περίπου το ένα τρίτο της συνολικής μείωσης παραγωγικότητας. Επιβάρυνε η απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων σε πιο παραγωγικούς κλάδους όπως η μεταποίηση, και η ανεπαρκής δημιουργία θέσεων σε ψηλή τεχνολογία και καινοτομία.
Η μελέτη περιγράφει επιστροφή σε «δυαδικό» οικονομικό μοντέλο, χαρακτηριστικό λιγότερο ανεπτυγμένων οικονομιών: η ανάπτυξη στηρίζεται σε χαμηλό-παραγωγικότητα κλάδους που απορροφούν εργαζόμενους με χαμηλές αμοιβές. Η συμπίεση μισθών μειώνει κόστος εργασίας χωρίς να δημιουργεί κίνητρα για τεχνολογική αναβάθμιση και επενδύσεις.
Τα τρία προγράμματα διάσωσης (2010-2018), αντί να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα, συνέβαλαν σε βαθιά ύφεση από την οποία η οικονομία δεν έχει ανακάμψει πλήρως, σημειώνουν οι ερευνητές, αναφερόμενοι και στην παραδοχή του ΔΝΤ για υποτίμηση των αρνητικών συνέπειης της απότομης δημοσιονομικής συρρίκνωσης.
Η επέκταση της «οικονομίας της καφετέριας» αποτυπώνεται στα νούμερα: μεταξύ 2009 και 2023, η απασχόληση στην φιλοξενία και εστίαση ανήλθε 87%, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία μόλις 11%. Ο κλάδος γίνεται μεγαλύτερος εργοδότης, με χαμηλές αμοιβές και αυξημένη επισφαλή ή μερική απασχόληση. Το εργατικό δυναμικό είναι περισσότερο μορφωμένο, χωρίς οι θέσεις να αξιοποιούν τα προσόντα. Δεδομένα Eurostat δείχνουν Ελλάδα με ένα από τα υψηλότερα ποσοστά υπερεκπαίδευσης νέων αποφοίτων στην Ευρώπη, μετά την Ισπανία — πάνω από 86% των νέων που δουλεύουν στον τουρισμό απασχολούνται σε θέσεις κατώτερων προσόντων.
Η εξάρτηση από τουρισμό έχει θετική πλευρά: οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες βελτίωσαν καθοριστικά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Μεταξύ 2009-2023, το εμπορικό πλεόνασμα βελτιώθηκε πέντε ποσοστιαίες μονάδες, αντιπροσωπεύοντας το ήμισυ της μείωσης του ελλείμματος.
Ωστόσο, η υπερβολική εξάρτηση δημιουργεί διαρθρωτικές αδυναμίες: ανεξέλεγκτη τουριστική ανάπτυξη επιβαρύνει περιβάλλον και πολιτιστικό χαρακτήρα, βραχυχρόνιες μισθώσεις και ξένες επενδύσεις ακινήτων αυξάνουν ενοικία δυσχεραίνοντας πρόσβαση σε προσιτή κατοικία, εποχικότητα και εξαρτημένη από εξωτερική ζήτηση ευαλωτότητα.
Η μελέτη καταλήγει: η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα προϋποθέτει αποκατάσταση ζήτησης και συνειδητή στροφή προς κλάδους υψηλότερης παραγωγικότητας. Τεχνολογική αναβάθμιση, καινοτομία και ποιοτικές θέσεις εργασίας πρέπει να γίνουν κεντρικοί στόχοι. Διαφορετικά, η «οικονομία της καφετέριας» κινδυνεύει να παγιωθεί ως μοντέλο παρατεταμένης στασιμότητας.