«Κόκκινα» δάνεια: Κόφτης στις διογκωμένες οφειλές – Τι αλλάζει για κατασχέσεις, πλειστηριασμούς

Αποκαλύπτεται: Τρίπλασιο κεφάλαιο το μέγιστο χρέος - Τι αλλάζει για οφειλέτες

Επιχειρήσεις
Δημοσιεύθηκε  · 5 λεπτά ανάγνωση

Το νομοσχέδιο που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση μέχρι τις 22 Οκτωβρίου φέρνει ανατροπή στη διαχείριση των κόκκινων δανείων. Ως δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η γενική γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Θεώνη Αλαμπάση, στόχος είναι «λιγότερη αβεβαιότητα για τον οφειλέτη, περισσότερη ευθύνη για τον πιστωτή και ένα σύστημα ρύθμισης του ιδιωτικού χρέους που λειτουργεί με κανόνες και παράγει πραγματικές λύσεις».

Στον πυρήνα της παρέμβασης βρίσκεται η επιβολή ανώτατου ορίου τοκοφορίας για δάνεια κάθε είδους. Η απαίτηση δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου, ενώ για οφειλές αγροτών το όριο σταματάει στο διπλάσιο. Η ρύθμιση εφαρμόζεται αυτοδίκαια σε καταναλωτικά, στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, ανεξάρτητα από το εάν η απαίτηση έχει μεταβιβαστεί, τιτλοποιηθεί ή διαχειρίζεται servicer.

Η παρέμβαση αφορά χιλιάδες δανειολήπτες με παλαιές οφειλές, ιδιαίτερα όσους έχουν συσσωρευμένα χρέη από αγροτικά, επιχειρηματικά ή στεγαστικά δάνεια. Τα όρια θα ισχύουν ακόμη και για δάνεια που παραμένουν σε καθυστέρηση επί χρόνια ή δεκαετίες. Από την έναρξη ισχύος του νόμου, η ανεξόφλητη απαίτηση δεν θα ξεπερνά το τριπλάσιο του κεφαλαίου κάθε δανείου ή το άθροισμα των κεφαλαίων πολλαπλών δανείων. Για αλληλόχρεους λογαριασμούς, ο υπολογισμός γίνεται στο ποσό της οφειλής κατά την τελευταία εκταμίευση, ενώ για αγροτικά δάνεια προ-1990, όπου λείπουν στοιχεία για το αρχικό κεφάλαιο, η συνολική οφειλή δεν ξεπερνά το 150% του ποσού της τελευταίας ρύθμισης πριν το 1990.

Στην πράξη, ο οφειλέτης απαλλάσσεται από το ποσό που υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο — συνήθως τόκους υπερημερίας, κεφαλαιοποιημένους τόκους και άλλες χρεώσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: σε δάνειο 100.000 ευρώ, το όριο στέκεται στις 300.000 ευρώ. Αν η απαίτηση φτάσει τις 500.000 ευρώ, τα επιπλέον 200.000 ευρώ διαγράφονται. Για αγρότες, το αντίστοιχο plafon είναι 200.000 ευρώ. Στον επανυπολογισμό συνυπολογίζονται και οι πληρωμές που έχουν γίνει: αν στο ίδιο παράδειγμα έχουν καταβληθεί 80.000 ευρώ, το υπόλοιπο δεν ξεπερνά τις 220.000 ευρώ (120.000 για αγρότες).

Τράπεζες, funds και εταιρείες διαχείρισης υποχρεούνται να επανυπολογίσουν τις υφιστάμενες απαιτήσεις εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου. Ο δανειολήπτης δεν χρειάζεται να υποβάλει αίτηση ούτε να ακολουθήσει διαδικασία. Η υποχρέωση ισχύει ανεξάρτητα από την κατάσταση της οφειλής. Οι πιστωτές θα πρέπει να αποτυπώνουν το νέο υπόλοιπο στις λογιστικές και πληροφοριακές τους καταστάσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις καταβολές του οφειλέτη, εγγυητών ή τρίτων, χωρίς όμως επιστροφή ήδη πληρωμένων ποσών.

Ο επανυπολογισμός επηρεάζει και τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατάσχεση ή πλειστηριασμός μπορεί να συνεχιστεί μόνο για το ποσό που προκύπτει μετά την εφαρμογή των νέων ορίων. Για εκκρεμείς πλειστηριασμούς, ο δικαιούχος ή ο διαχειριστής υποχρεούται να γνωστοποιεί το αναπροσαρμοσμένο ποσό και να περιορίζει ανάλογα κάθε πράξη εκτέλεσης. Ακόμη και εάν ο πλειστηριασμός πραγματοποιηθεί, η μείωση της απαίτησης περιορίζει τις απώλειες του οφειλέτη: σε αυτόν αποδίδεται το υπόλοιπο του τιμήματος που υπερκαλύπτει τις μειωμένες απαιτήσεις.

Παράλληλα, το νομοσχέδιο εισάγει δεσμευτικούς κανόνες για τις διμερείς ρυθμίσεις με τους servicers. «Οι νέοι κανόνες προβλέπουν συγκεκριμένο χρόνο για τη διμερή διαπραγμάτευση, πλαφόν 15% στην προκαταβολή και τεκμηριωμένες προτάσεις που προσαρμόζονται στην πραγματική οικονομική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη», τονίζει η κ. Αλαμπάση. «Παράλληλα, προστατεύουν τον συνεπή οφειλέτη: όταν τηρεί τη ρύθμισή του, δεν μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με μέτρα. Και πριν από έναν πλειστηριασμό, ο πιστωτής θα πρέπει να έχει προηγουμένως καταθέσει πραγματική και τεκμηριωμένη πρόταση ρύθμισης».

Ειδικότερα, τρεις μήνες πριν από τον πλειστηριασμό, ο πιστωτής υποχρεούται να υποβάλει κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση. Η προκαταβολή για απευθείας διμερή ρύθμιση περιορίζεται στο 15% της οφειλής, έναντι πρακτικών που φθάνουν έως και το 50%. Υπάρχει δυνατότητα χαμηλότερου ποσοστού όταν τεκμηριώνονται οικονομική δυσχέρεια, κοινωνικά κριτήρια ή προβλήματα υγείας, διευκολύνοντας οφειλέτες με περιορισμένη ρευστότητα.

Με την υποβολή αίτησης και πλήρους φακέλου από τον οφειλέτη, ο πιστωτής έχει προθεσμία τριών μηνών για βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ή αιτιολογημένη απόρριψη. Ο οφειλέτης διαθέτει έναν μήνα για απάντηση, ενώ η διαδικασία πρέπει να ολοκληρώνεται το αργότερο εντός έξι μηνών, ακόμη και σε στάδιο αναγκαστικής εκτέλεσης. Η πρόταση του servicer πρέπει να παρουσιάζει τα εισοδηματικά και περιουσιακά δεδομένα στα οποία στηρίζεται και, όπου είναι εφικτό, δύο εναλλακτικές λύσεις.

Εάν παρέλθει η τρίμηνη προθεσμία χωρίς απάντηση, καταγράφεται αυτοδίκαια παράβαση, ενημερώνεται η Τράπεζα της Ελλάδος και αναστέλλονται ο εκτοκισμός και η κεφαλαιοποίηση τόκων μέχρι να δοθεί απάντηση. Όσο ο δανειολήπτης τηρεί ενεργή ρύθμιση, απαγορεύονται από τον διαχειριστή η καταγγελία της σύμβασης, τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης και οι πλειστηριασμοί.

Σε περίπτωση παραβίασης, ο οφειλέτης αποκτά δικαίωμα να ζητεί, χωρίς επιβάρυνση, πλήρη ανάλυση του χρέους του. Τα στοιχεία περιλαμβάνουν τις συμβάσεις και τις τροποποιήσεις τους, το ιστορικό πληρωμών, τον υπολογισμό του επιτοκίου, το κεφάλαιο, τους τόκους, τις προμήθειες και κάθε άλλη χρέωση. Η ενημέρωση πρέπει να παρέχεται εντός 45 ημερών. Διαφορετικά, αναστέλλεται ο εκτοκισμός μέχρι να απαντηθεί πλήρως το αίτημα.

Για τις εταιρείες διαχείρισης προβλέπονται ετήσια δημοσιοποίηση οικονομικών στοιχείων, χαρτοφυλακίων, αποτελεσμάτων διαχείρισης και στοιχείων για τον χειρισμό παραπόνων, καθώς και υποβολή στρατηγικού σχεδίου με προβλέψεις ανακτήσεων και δείκτες απόδοσης. Τα μέτρα αναμένεται να αρχίσουν να εφαρμόζονται στις αρχές του 2027, τρεις μήνες μετά την ψήφιση του νόμου. Η τελική μορφή του πλαισίου θα καθοριστεί μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης και της νομοθετικής επεξεργασίας, πριν από την ψήφισή του στη Βουλή.