Επαγγελματική εξουθένωση: Οι επικίνδυνοι μύθοι και η αλήθεια πίσω από το burnout
Η επαγγελματική εξουθένωση, το γνωστό σε όλους burnout, έχει μετατραπεί σε μια σύγχρονη μάστιγα που πλήττει τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων. Παρά τη συχνότητά του, το σύνδρομο αυτό παραμένει συχνά παγιδευμένο σε ένα δίχτυ επικίνδυνων παρανοήσεων, οι οποίες το παρουσιάζουν ως απλή τεμπελιά ή κάτι που διορθώνεται με λίγες ημέρες άδειας. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη και βαθιά ριζωμένη στις δομές της εργασιακής μας ζωής.
Η Κριστίνα Μάσλαχ, η καθηγήτρια ψυχολογίας που πρωτοστάτησε στη μελέτη του συνδρόμου, είναι κατηγορηματική: «Όλοι νομίζουν ότι είναι κάποιου είδους ασθένεια». Η ίδια εξηγεί πως «Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια αντίδραση σε χρόνιο εργασιακό στρες». Η ρίζα του προβλήματος δεν βρίσκεται απαραίτητα στην ίδια την εργασία, αλλά στον τρόπο οργάνωσής της: στον αβάσταχτο φόρτο, στην έλλειψη ελέγχου και στην απουσία υποστήριξης. Το burnout δεν πλήττει μόνο την παραγωγικότητα, αλλά προκαλεί μια βαθιά συναισθηματική αποσύνδεση, μια «σιωπηρή φθορά» που συχνά ξεκινά από το σπίτι και τις προσωπικές σχέσεις, πριν οδηγήσει στη φυσική κατάρρευση.
Οι ειδικοί καταρρίπτουν τους πιο διαδεδομένους μύθους γύρω από το σύνδρομο. Ο ισχυρισμός ότι το burnout είναι απλώς κούραση είναι λάθος. Το κλειδί είναι ο κυνισμός και η αποστασιοποίηση. Η Κλαούντια Χάμοντ σημειώνει ότι οι εργαζόμενοι παύουν να νοιάζονται, ενώ η Άννα Κ. Σάφνερ προσθέτει το αίσθημα της ανεπάρκειας: «Κάνεις όλο και λιγότερα πράγματα, κάτι που συχνά καταλήγει σε έντονα αισθήματα ντροπής ή ενοχής». Παράλληλα, αν και ο ΠΟΥ δεν το κατατάσσει στις ψυχικές διαταραχές, το άγχος και η κατάθλιψη μπορεί να αποτελούν σημάδια του, χωρίς όμως οι ασθενείς να νιώθουν πάντα την ίδια απελπισία.
Ένας άλλος μύθος θέλει το burnout να αφορά μόνο τους αδύναμους. Η Αμέλια Ναγκρόσκι, που νοσηλεύτηκε δύο φορές, τονίζει: «Αν η σκληρή δουλειά θεράπευε το burnout, πολλοί από εμάς θα ήμασταν ήδη καλά». Συχνά, είναι οι πιο αφοσιωμένοι που εξουθενώνονται. Η καθηγήτρια Γκέιλ Κίνμαν εξηγεί ότι το πρόβλημα πηγάζει από τη διοίκηση και τον φόρτο εργασίας, όχι από προσωπική αποτυχία. Η Μάσλαχ επισημαίνει ότι η λύση απαιτεί επανεξέταση των συνθηκών, καθώς οι διακοπές δεν αποτελούν πανάκεια. Χρειάζεται χρόνος και «μικρο-ανακάμψεις» μέσα στην ημέρα για τη ρύθμιση του νευρικού συστήματος.
Η επιμονή παρά την εξάντληση μπορεί να αποβεί μοιραία για την υγεία, οδηγώντας σε καρδιαγγειακά και μυοσκελετικά προβλήματα. Η δρ Αντίτι Νερουρκάρ θυμάται τη δική της περιπέτεια: «Σκεφτόμουν: ‘Το στρες δεν συμβαίνει σε ανθρώπους σαν εμένα, είμαι ανθεκτική’». Σήμερα, η έρευνα της TUC δείχνει μια «τέλεια καταιγίδα» παραγόντων, από την επιτήρηση της παραγωγικότητας έως την οικονομική αστάθεια, που καθιστούν το burnout πιο συχνό από ποτέ. Σύμφωνα με τη Νερουρκάρ, το 76% των ανθρώπων το βιώνει, με τη Σάφνερ να προειδοποιεί ότι στη χειρότερη μορφή του, οι πάσχοντες «μερικές φορές δεν μπορούν καν να σηκωθούν από το κρεβάτι και υποφέρουν από εγκεφαλική ομίχλη, με αποτέλεσμα να μην μπορούν πλέον να διαβάσουν ή να γράψουν».
Η αντιμετώπιση ξεκινά από την προστασία του ύπνου, τη μείωση της έκθεσης σε οθόνες και την επιστροφή σε δραστηριότητες που προσφέρουν χαρά, όπως η γιόγκα ή ο διαλογισμός. Όσο όμως η εξουθένωση αντιμετωπίζεται ως ατομική αδυναμία και όχι ως συλλογικό ζήτημα, το πρόβλημα θα βαθαίνει σιωπηρά κάτω από το βάρος της διαρκούς πίεσης.