Αθήνα: Οι ιστορίες των κατοίκων της πόλης που αλλάζει ραγδαία
Στους δρόμους γύρω από τον Λυκαβηττό, τη Νεάπολη, τα Εξάρχεια, το Κολωνάκι, τα Ιλίσια και την πλατεία Αμερικής, η καθημερινότητα είναι γεμάτη προκλήσεις: σχολεία με ελλείψεις, πεζοδρόμια σε άσχημη κατάσταση, αυξημένη κίνηση, συνεχή έργα και ενοίκια που αυξάνονται συνεχώς. Τέσσερις κάτοικοι από διαφορετικές περιοχές της Αθήνας μοιράζονται τις εμπειρίες τους και τις αλλαγές που βιώνουν στις γειτονιές τους.
Η Ελπίδα Καραμπά, κάτοικος του κέντρου για χρόνια, θυμάται: «Γεννήθηκα στην Τοσίτσα. Αν και δεν μεγάλωσα στο Κέντρο, πάντα επέστρεφα σε αυτό». Μετά τις σπουδές της, η επιστροφή στα Εξάρχεια ήταν αυτονόητη, καθώς ένιωθε οικειότητα και σύνδεση με την πόλη.
Σήμερα, ζει με την οικογένειά της στον Λυκαβηττό και αντιμετωπίζει προβλήματα με τα σχολεία. «Η περιοχή μας στερείται δημόσιου γυμνασίου–λυκείου, οπότε ο γιος μας φοιτά σε σχολείο της Νεάπολης, ένα παλιό νεοκλασικό με ελλείψεις. Επιπλέον, στο σχολείο της κόρης μου έγιναν συγχωνεύσεις τμημάτων στη μέση της χρονιάς», περιγράφει.
Πέρα από τα σχολεία, η Ελπίδα παρατηρεί μια γενικότερη «εξάρθρωση», με ξενοδοχεία, μαγαζιά χωρίς αισθητική και ανακαινίσεις που δεν σέβονται τον χαρακτήρα της περιοχής. «Νιώθεις πως η περιοχή χάνει τον χαρακτήρα της, ενώ οι βασικές υποδομές μένουν στάσιμες».
Η ίδια ανησυχεί για το αυξανόμενο κόστος ζωής. «Αν ανέβει το ενοίκιο, εμείς ως οικογένεια θα χρειαστεί να φύγουμε από το Κέντρο. Ακόμη κι αν ολόκληρη η ζωή μας έχει συγκροτηθεί εδώ».
Θυμάται ένα περιστατικό όπου ο άντρας της έπεσε σε μια λακκούβα κρατώντας το μωρό τους. Η κατάσταση των δρόμων και των πεζοδρομίων παραμένει προβληματική. «Οταν οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια παραμένουν σε αυτή την κατάσταση, είναι σαν να διώχνει τους κατοίκους».
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, είναι η κατοικία. «Τα ενοίκια είναι δυσανάλογα με την ποιότητα των σπιτιών και τους μισθούς μας. Το σπίτι είναι αγαθό, και όσοι δεν έχουμε ιδιόκτητο ζούμε πάντα με την αβεβαιότητα της επόμενης αύξησης».
Η Αλεξάνδρα Λολοσίδη, αυτοαποκαλείται «παιδί του Κέντρου». Μετά τις σπουδές της στο εξωτερικό, επέστρεψε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε ξανά στο κέντρο, αρχικά στο Κολωνάκι και στη συνέχεια στα Ιλίσια. «Αν και η κατάσταση στο Κέντρο έχει επιδεινωθεί την τελευταία δεκαετία, ποτέ μου δεν σκέφτηκα να φύγω», λέει.
Όταν απέκτησε παιδί και δημιούργησε την επιχείρησή της στο Κέντρο, άρχισε να παρατηρεί πράγματα που πριν της διέφευγαν. «Η ποιότητα ζωής φθείρεται πρώτα στα μικρά: στα πεζοδρόμια που δεν χωράει ένα καρότσι, στις ράμπες που δεν λειτουργούν όπως θα έπρεπε, στην κίνηση που έχει γίνει μόνιμη συνθήκη». Το παρκάρισμα στα Ιλίσια είναι μια καθημερινή δοκιμασία, και τα διαθέσιμα σπίτια είναι ανύπαρκτα ή μη κατοικήσιμα ή μικροσκοπικά. «Μάλλον, όλη αυτή η ταλαιπωρία που βιώνουμε μας δίνει τη δύναμη να συνεχίζουμε να κατοικούμε εδώ, δεν εξηγείται διαφορετικά».
Ο Γιώργος Ρηγόπουλος ζει στην πλατεία Αμερικής, σε μια πολυκατοικία όπου έζησαν οι παππούδες του. «Από τα προάστια η Αθήνα έμοιαζε πάντα συναρπαστική», θυμάται.
Όταν μετακόμισε το 2012, η καθημερινότητα ήταν δύσκολη, με έντονη παραβατικότητα και δυσπιστία μεταξύ των κατοίκων. «Το παράδοξο είναι ότι το ίδιο το πρόβλημα μας έφερε τελικά πιο κοντά», εξηγεί. Έτσι δημιουργήθηκε ο σύλλογος Ε.ΠΟΙ.ΖΩ. (Επιδιώκω Ποιότητα Ζωής), στον οποίο είναι αντιπρόεδρος.
Τα τελευταία χρόνια, η περιοχή αλλάζει, προσελκύοντας νέους κατοίκους και μειώνοντας τα κενά διαμερίσματα. Ωστόσο, ο ίδιος παραμένει επιφυλακτικός, καθώς η διακίνηση ναρκωτικών παραμένει πρόβλημα. «Αναρωτιέμαι όμως αν αυτό το πρόβλημα είναι τελικά πιο διαχειρίσιμο από αυτό που μπορεί να ακολουθήσει: ένα ανεξέλεγκτο, ταχύ gentrification».
Για τον ίδιο, η βαθύτερη παθογένεια του Κέντρου είναι η αίσθηση απουσίας ελέγχου. «Οι περισσότεροι κάτοικοι έχουμε συνηθίσει ότι πολλές υπηρεσίες δεν λειτουργούν όπως θα έπρεπε. Γι’ αυτό, πιστεύω ότι η εμπλοκή των κατοίκων δεν είναι επιλογή αλλά μονόδρομος».
Η Ολιάνα Σπυριδοπούλου μεγάλωσε στην Πλάκα. Όταν επέστρεψε από το Λονδίνο, εγκαταστάθηκε στο Κολωνάκι, το οποίο «αλλάζει σταδιακά, σαν να χάνει την παλιά του συνοχή». Βλέπει μαγαζιά να κλείνουν ή να μετατρέπονται σε κάτι διαφορετικό. «Αλλάζει και η αίσθηση του τόπου. Πολλές πολυκατοικίες έχουν πια πιο προσωρινούς κατοίκους, δεν γνωρίζεις ποιος μένει δίπλα σου».
Στην καθημερινότητα, η Ολιάνα περιγράφει την δυσκολία του παρκαρίσματος και τα έργα που κάνουν το κέντρο ένα ατελείωτο εργοτάξιο. «Το χειρότερο είναι πως ούτε τα ΜΜΜ σού εγγυώνται πως θα φτάσεις στην ώρα σου».
Η ίδια παρατηρεί την «αναγκαστική μετακίνηση» όσων δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος ζωής στο Κολωνάκι. «Μικρές επιχειρήσεις, επαγγελματίες, ακόμη και κάτοικοι, μετακινούνται αλλού, αφήνοντας πίσω ένα κενό που γεμίζει συχνά από επενδύσεις, τουριστική εστίαση, bars, ξενοδοχεία. Δεν ξέρω πώς θα είναι η περιοχή σε λίγα χρόνια. Ξέρω όμως ότι θα ήθελα να συνεχίσει να έχει ανθρώπους που ζουν πραγματικά εδώ. Γιατί από αυτούς κρατιέται μια γειτονιά».