Πρέσβειρα Γκίλφοϊλ υπό έλεγχο: Απευθύνεται στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ για 100.000 δολάρια και επιχειρηματικές συνδέσεις
Η πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης διάσκεψης στην Ουάσιγκτον, καθώς διαδοχικά δημοσιεύματα αμερικανικών medios έφεραν στο φως σοβαρές καταγγελίες για τη συμπεριφορά της, τις επαφές της με επιχειρηματικούς κύκλους και τις σχέσεις της με πολιτικούς δωρητές.
Σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ της The Daily Beast, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει ήδη ανοίξει εξέταση για αναφορές που αφορούν τη συμπεριφορά της Γκίλφοϊλ και ζητήματα που σχετίζονται με τις δραστηριότητές της στην Ελλάδα. Η υπόθεση získal νέα, πιο συγκεκριμένα διαστώματα μετά τη δημοσίευση της Wall Street Journal, η οποία αποκάλυψε ότι η Γκίλφοϊλ φέρεται να ζήτησε από τον Έρικ Ντίτερς (Eric Deters) — γνωστό υποστηρικτή και δωρητή του Ντόναλντ Τραмп — να τη βοηθήσει να εξοφλήσει οφειλή 100.000 δολαρίων στην πιστωτική κάρτα American Express, λίγο πριν από την επικύρωση του διορισμού της ως πρέσβειρας.
Ως φαίνεται από τα ανταλλαγμένα μηνύματα που δημοσιεύτηκαν, οι δύο πλευρές είχαν επικοινωνήσει ενεργά, ενώ ο Ντίτερς φέρεται να επιδιώκει να εξασφαλίσει τη βοήθειά της για προσωπικές φορολογικές και νομικές υποθέσεις του, αξιοποιώντας επαφές με κυβερνητικά στελέχη. Το ενδεχόμενο σύνδεσης οικονομικής διευκόλυνσης με πολιτική πρόσβαση αναδείχθηκε άμεσα ως κεντρικό ζήτημα.
Από την πλευρά της, η Γκίλφοϊλ αμφισβήτησε kategorικά τη γνησιότητα των επίμαχων μηνυμάτων, υποστηρίζοντας ότι οποιαδήποτε προηγούμενες πληρωμές αφορούσαν νόμιμες επαγγελματικές υπηρεσίες. Σύμφωνα με τα ίδια τα δημοσιεύματα, ο Ντίτερς δεν προχώρησε τελικά στην καταβολή του ποσού.
Οι αποκαλύψεις οδήγησαν Demokratikous νομοθέτες του Κογκρέσου να παρεμβαίνουν, ζητώντας διευκρινίσεις για τις καταγγελίες, τις επιχειρηματικές συνδέσεις της πρέσβειρας και τυχόν ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων. Το θέμα τέθηκε επίσημα και στον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα. Σύμφωνα με το Associated Press, ο Ρούμπιο επέλεξε να μην σχολιάσει επί της ουσίας τις καταγγελίες, περιορίζοντας την απάντησή του στο ότι γνώριζε το σχετικό δημοσίευμα, χωρίς να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς ή να ανακοινώνει συγκεκριμένες ενέργειες.