Η ελληνική οικονομία στη δίνη του πολέμου

Τι αλλάζει στην ελληνική οικονομία από τις νέες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Η παγκόσμια οικονομία, έχοντας ήδη υποστεί αλλεπάλληλα χτυπήματα τα τελευταία χρόνια, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ένα νέο, επικίνδυνο σταυροδρόμι. Η κλιμακούμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ανάμεσα σε ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν δεν είναι απλώς ένα γεωπολιτικό ζήτημα, αλλά μια άμεση απειλή για τον παγκόσμιο εφοδιασμό με πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Τα γρανάζια ενός νέου ενεργειακού σοκ έχουν ήδη αρχίσει να γυρίζουν, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο τον εφιάλτη του στασιμοπληθωρισμού.

Σύμφωνα με κορυφαίους οικονομολόγους, η Ελλάδα και η υπόλοιπη Ευρώπη παραμένουν οι πιο ευάλωτοι κρίκοι σε αυτή την αλυσίδα. Ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, η χώρα μας είναι άμεσα εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις των τιμών. Το κρίσιμο ερώτημα που θα καθορίσει την ένταση της κρίσης είναι η διάρκεια των εχθροπραξιών. Αν η ένταση αποκλιμακωθεί εντός ενός μηνός, οι πληγές θα είναι διαχειρίσιμες. Αν όμως ο πόλεμος τραβήξει σε μάκρος, οι προβλέψεις γίνονται δυσοίωνες: ο πληθωρισμός μπορεί να εκτιναχθεί πάνω από το 3%-4%, ενώ η ανάπτυξη κινδυνεύει να καθηλωθεί στο 1%-1,5%, επηρεάζοντας καίρια τις επενδύσεις και τον τουρισμό.

Ο Παναγιώτης Καπόπουλος, επικεφαλής οικονομολόγος της Alpha Bank, αναλύει τα τρία βασικά κανάλια κινδύνου. «Στην περίπτωση ταχείας επίλυσης της κρίσης, είτε με αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν είτε με επίτευξη εκεχειρίας, οι επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία μπορεί να είναι περιορισμένες», αναφέρει, προειδοποιώντας όμως για το σενάριο παρατεταμένης έντασης. Όπως επισημαίνει: «Πρώτον, η υψηλή αβεβαιότητα, που μπορεί να οδηγήσει σε αναβολή επενδυτικών πρωτοβουλιών και ανατιμολόγηση των κινδύνων, δεύτερον, μια διαταραχή από την πλευρά της προσφοράς λόγω της ανόδου των τιμών της ενέργειας που θα επηρεάσει τα κόστη παραγωγής και θα ενισχύσει τις πληθωριστικές προσδοκίες και παράλληλα θα φέρει τη ναυτιλία αντιμέτωπη με υψηλότερα κόστη διέλευσης και ασφάλισης και, τρίτον, μπορεί να επηρεάσει την κρουαζιέρα και τον αριθμό των αφίξεων τουριστών».

Από την πλευρά του, ο Κάρστεν Μπρζέσκι της ING εκτιμά πως σε περίπτωση μακροχρόνιας σύγκρουσης, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να κινηθούν πάνω από τα 100 δολ./βαρέλι. Ο Ντένις Σεν από το International School of Management συμπληρώνει πως σε ένα τέτοιο περιβάλλον, «η δημοσιονομική δυναμική της Ελλάδας θα μπορούσε να δει κάποιες περιορισμένες βελτιώσεις, καθώς το υψηλότερο ονομαστικό ΑΕΠ τείνει να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα». Ωστόσο, ο ίδιος τονίζει πως «η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών θα διαβρωνόταν περαιτέρω επιβαρύνοντας την κατανάλωση, ενώ οι επιχειρήσεις θα αντιμετώπιζαν μια διαρκή αύξηση του λειτουργικού κόστους», με τους ενεργοβόρους τομείς όπως η βιομηχανία, η γεωργία και οι μεταφορές να δέχονται το ισχυρότερο πλήγμα.

Παρά τις ανησυχίες, υπάρχει και μια νότα αισιοδοξίας. Οίκοι όπως η Fitch και η Goldman Sachs εκτιμούν ότι η Ελλάδα έχει πλέον καλύτερες «άμυνες» συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρωζώνη. Ο Γκρεγκ Κις της Fitch σημειώνει: «Είναι σημαντικό ότι η Ελλάδα επωφελείται από το γεγονός ότι είναι μέλος της Ευρωζώνης, μια σημαντική ασπίδα έναντι της ενίσχυσης του σοκ. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η Ελλάδα έχει πολύ ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης, μεγάλες διάρκειες χρέους και χαμηλές αποδόσεις ομολόγων, επομένως θα είναι πιο προστατευμένη από αυστηρότερους όρους χρηματοδότησης σε σχέση με πολλά μέλη της Ευρωζώνης».

Τέλος, ο Φιλίπο Ταντέι της Goldman Sachs εξηγεί πως το ελληνικό ενεργειακό μείγμα και η ισχυρή δημοσιονομική στήριξη έχουν ήδη συγκρατήσει τις αυξήσεις τιμών στο 35%, έναντι 50% στην Ευρωζώνη. «Συμπερασματικά, κατά το νέο ενεργειακό σοκ, η ελληνική οικονομία είναι πιθανό να δει μικρότερο αντίκτυπο στην ανάπτυξη και στον πληθωρισμό από ό,τι η υπόλοιπη Ευρωζώνη», καταλήγει, δίνοντας μια εικόνα σχετικής θωράκισης απέναντι στην καταιγίδα που πλησιάζει.