Πώς τα διαζύγια επηρεάζουν την στεγαστική κρίση – Αποκαλυπτικά στοιχεία

Τι αλλάζει στην αγορά ακινήτων: Η απρόσμενη αιτία που «παγώνει» τα σπίτια

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Πίσω από τους αριθμούς των ενοικίων και τις τιμές πώλησης, ένας αόρατος κοινωνικός παράγοντας αναδιαμορφώνει τον χάρτη των ακινήτων στην Ελλάδα. Η στεγαστική κρίση δεν τροφοδοτείται πλέον μόνο από το Airbnb ή τη Golden Visa, αλλά και από την κατάρρευση του οικογενειακού ιστού, καθώς τα διαζύγια αυξάνονται με ρυθμούς που η αγορά δεν μπορεί να ακολουθήσει.

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά για την έκταση του φαινομένου. Το 2023 καταγράφηκαν 15.114 διαζύγια, σημειώνοντας άνοδο από τα 14.477 του 2022. Η τάση αυτή κλιμακώθηκε περαιτέρω το 2024, με τον αριθμό να ξεπερνά τις 15.500 περιπτώσεις. Η πιο ανησυχητική στατιστική αφορά την αναλογία: από τα 33 διαζύγια ανά 100 γάμους το 2022, φτάσαμε στις 37,5 περιπτώσεις το 2023, ενώ το 2024 ο δείκτης εκτοξεύτηκε πάνω από το 42. Πρακτικά, σχεδόν τέσσερις στους δέκα γάμους στην Ελλάδα οδηγούνται πλέον στη λύση τους.

Αυτή η δημογραφική μεταβολή μεταφράζεται άμεσα σε στεγαστική ανατροπή. Κάθε διαζύγιο σημαίνει ότι ένα νοικοκυριό χωρίζεται στα δύο, δημιουργώντας αυτόματα την ανάγκη για μια επιπλέον κατοικία χωρίς να έχει προστεθεί ούτε ένα νέο τετραγωνικό μέτρο στο απόθεμα της αγοράς. Το μοτίβο είναι σχεδόν πάντα το ίδιο: ο ένας γονέας παραμένει στο σπίτι με τα παιδιά και ο άλλος αναζητά επειγόντως μια νέα στέγη, συνήθως μικρότερη και οικονομικά προσιτή.

Η μεγαλύτερη πίεση ασκείται στα ακίνητα των 50-70 τ.μ., τα οποία αποτελούν το πιο δυσεύρετο κομμάτι της αγοράς. Σε αυτά τα τετραγωνικά συγκρούονται πλέον οι ανάγκες των νέων εργαζομένων, των φοιτητών, των ηλικιωμένων και των διαζευγμένων γονέων. Με τη ζήτηση να διογκώνεται σε ένα τόσο περιορισμένο απόθεμα, οι τιμές εκτοξεύονται ταχύτερα από τον μέσο όρο και οι επιλογές εξαντλούνται.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο οξύ όταν το διαζύγιο συνοδεύεται από τη δραματική μείωση του πραγματικού εισοδήματος. Ένα ποσό που άλλοτε κάλυπτε τις ανάγκες μιας οικογένειας, τώρα καλείται να στηρίξει δύο ξεχωριστά σπίτια. Το αποτέλεσμα είναι η βίαιη μετακίνηση μελών της μεσαίας τάξης σε μικρότερες κατοικίες ή σε πιο απομακρυσμένες περιοχές, με το κόστος στέγασης να γίνεται δυσανάλογο προς τις απολαβές τους.

Ταυτόχρονα, υπάρχει και η «παγωμένη» πλευρά της αγοράς. Πολλά ακίνητα που κάποτε στέγαζαν οικογένειες παραμένουν εγκλωβισμένα σε νομικές εκκρεμότητες για χρόνια λόγω του διαζυγίου. Αυτά τα σπίτια δεν πωλούνται ούτε ενοικιάζονται, παραμένοντας εκτός αγοράς την ώρα που η έλλειψη προσφοράς είναι πιο έντονη από ποτέ. Το στεγαστικό ζήτημα στην Ελλάδα αποδεικνύεται τελικά ένας καθρέφτης βαθιών κοινωνικών αλλαγών, όπου η κατοικία καλείται να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, αλλά συχνά δεν προλαβαίνει τις εξελίξεις.