Τα νέα δεδομένα για την ακρίβεια: Πώς ο πληθωρισμός «γονατίζει» την Ελλάδα
Τα τελικά στοιχεία της Eurostat για τον Ιανουάριο του 2026 φέρνουν στο φως μια ανησυχητική πραγματικότητα για την ελληνική οικονομία. Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή επιβεβαιώνει ότι ο πληθωρισμός στη χώρα μας τρέχει με σημαντικά υψηλότερη ταχύτητα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Eurostat προχώρησε σε ανοδική αναθεώρηση των αρχικών εκτιμήσεων, τοποθετώντας τον πληθωρισμό στην Ελλάδα στο 2,9%, επίπεδο που παραμένει αμετάβλητο από τον Δεκέμβριο του 2025. Την ίδια στιγμή, στην Ευρωζώνη οι εκτιμήσεις επιβεβαιώθηκαν για αισθητή επιβράδυνση στο 1,7% (από 2%), ενώ στην ΕΕ ο δείκτης υποχώρησε στο 2% από 2,3%. Με αυτές τις επιδόσεις, η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στην τέταρτη θέση με τον υψηλότερο πληθωρισμό στην Ευρωζώνη, μοιραζόμενη τη θέση αυτή με τη Λετονία, ενώ στην πρώτη τριάδα βρίσκονται η Σλοβακία (4,3%), η Εσθονία (3,8%) και η Κροατία (3,6%).
Αξίζει να σημειωθεί ότι από τις αρχές του 2026 έχει αλλάξει ο τρόπος υπολογισμού του δείκτη, με νέα ταξινόμηση αγαθών και υπηρεσιών που περιλαμβάνει πλέον και τα τυχερά παιχνίδια. Ωστόσο, οι στατιστικές συχνά αποτυγχάνουν να καταγράψουν το πλήρες βάρος των σωρευτικών ανατιμήσεων που βιώνουν τα «λαϊκά νοικοκυριά». Για το 62% των πολιτών, το εισόδημα επαρκεί μόλις ως τις 19 του μήνα, ενώ το 26,9% του πληθυσμού βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Η ακρίβεια δεν πλήττει όλους με τον ίδιο τρόπο. Έχει αποδειχθεί ότι ο πληθωρισμός τρέχει πιο γρήγορα για τα φτωχότερα νοικοκυριά, καθώς αυτά δαπανούν το 57% του προϋπολογισμού τους για διατροφή και στέγαση. Αντίθετα, για το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού, οι ανάγκες αυτές δεν αντιπροσωπεύουν ούτε το 25% των μηνιαίων εξόδων. Οι αριθμοί από τις εγκυκλίους της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου για την πενταετία 2021-2025 είναι σοκαριστικοί: ο σωρευτικός πληθωρισμός στη «διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» κινήθηκε με ρυθμό 37,55%. Συγκεκριμένα, το κακάο έχει ακριβύνει κατά 59%, ο καφές κατά 44% και το ελαιόλαδο παραμένει 47% ακριβότερο από το 2020. Το κρέας σημείωσε άνοδο άνω του 55%, με το μοσχάρι να φτάνει στο +72%, ενώ το ψωμί κοστίζει πλέον 33% περισσότερο. Ακόμα και το κάμπινγκ, μια κάποτε οικονομική λύση, έχει ακριβύνει πάνω από 34%.
Η κατάσταση στη στέγαση είναι εξίσου επιβαρυμένη, με το κόστος να έχει αυξηθεί μεσοσταθμικά κατά 27,3%. Τα ενοίκια έχουν ανέβει κατά 29%, το ηλεκτρικό ρεύμα κατά 43%, το φυσικό αέριο κατά 28% και το πετρέλαιο θέρμανσης παραμένει 30% ακριβότερο σε σύγκριση με το 2020. Αυτά τα δεδομένα εξηγούν γιατί η Ελλάδα κατέχει τα υψηλότερα ποσοστά υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης στην ΕΕ.
Στο πολιτικό προσκήνιο, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε πως «η αντιμετώπιση της ακρίβειας είναι προτεραιότητα της κυβέρνησης», παρουσιάζοντας τη νέα Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς. Ωστόσο, η κίνηση αυτή δέχεται επικρίσεις, καθώς καταγγέλλεται ότι έρχεται να «καπελώσει» τον Συνήγορο του Καταναλωτή. Παράλληλα, η κυβέρνηση επικαλείται το «μαγικό» ποσοστό του 28,3% ως αύξηση του μέσου μισθού από το 2019, όμως τα στοιχεία δείχνουν ότι η άνοδος αυτή υπολείπεται του πληθωρισμού στα τρόφιμα και μόλις που καλύπτει το κόστος στέγασης, αφήνοντας τους χαμηλόμισθους σε διαρκή οικονομική πίεση.