Oxford Economics: Πότε θα πάψει η Ελλάδα να είναι η πιο υπερχρεωμένη χώρα της ΕΕ;

Oxford Economics: Θα είναι τελικά τα 2020s η χρυσή δεκαετία της Ελλάδας;

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

«Θα μπορούσαν τα 2020’s να είναι η δεκαετία της Ελλάδας;» Με αυτό το καίριο ερώτημα άνοιξε τη συζήτηση ο διεθνής συμβουλευτικός οίκος Oxford Economics, αναλύοντας το μέλλον της χώρας σε ένα περιβάλλον γεμάτο ευκαιρίες αλλά και αβεβαιότητες. Ο αναλυτής Πάολο Γκρινιάνι παρουσίασε μια εικόνα που ισορροπεί ανάμεσα στην αισιοδοξία και τον ρεαλισμό, σκιαγραφώντας μια πορεία γεμάτη προκλήσεις έως το τέλος της δεκαετίας.

Η Ελλάδα φαίνεται να διατηρεί ταχύτητες ανάπτυξης ανώτερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ωστόσο η «μηχανή» αναμένεται να κατεβάσει στροφές το 2026 και το 2027. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της έκθεσης είναι η επικείμενη αλλαγή σκυτάλης στο δημόσιο χρέος. Η χώρα μας αναμένεται να παραδώσει τον τίτλο της «πιο υπερχρεωμένης χώρας της ΕΕ» στην Ιταλία στα τέλη του 2026 και στη συνέχεια στη Γαλλία το 2028. Παρά την εξέλιξη αυτή, το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων παραμένει το μεγάλο αγκάθι, καθώς το χάσμα στην αγοραστική δύναμη των μισθών και των εισοδημάτων θα αργήσει να κλείσει σε σχέση με τις χώρες της πρώτης ταχύτητας.

Στο μέτωπο της οικονομικής αξιολόγησης, οι αναβαθμίσεις αναμένεται να συνεχιστούν, αλλά η Oxford Economics προειδοποιεί πως το πρακτικό τους αντίκρισμα θα είναι περιορισμένο, αφού οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων κινούνται ήδη σε χαμηλά επίπεδα. Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός μπορεί να επιβραδύνεται, όμως ο δομικός πληθωρισμός συνεχίζει να πιέζει το κόστος ζωής, διατηρώντας την αβεβαιότητα για τα νοικοκυριά.

Η εγχώρια ζήτηση και οι επενδύσεις παραμένουν οι βασικοί πυλώνες ανάπτυξης, ενώ ο τουρισμός θα συνεχίσει να προσφέρει ανάσες, αν και με πιο ήπιους ρυθμούς το 2026-27 σε σύγκριση με την εκρηκτική άνοδο των προηγούμενων ετών. Ο διεθνής οίκος εμφανίζεται πιο συγκρατημένος από τους επίσημους ελληνικούς θεσμούς, τονίζοντας ότι «τόσο εμείς όσο και το consensus (η επικρατούσα άποψη των οικονομικών αναλυτών) είμαστε πιο συντηρητικοί από τις εκτιμήσεις των ελληνικών θεσμών για την ανάπτυξη του 2026 και 2027». Συγκεκριμένα, η Oxford Economics προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,2% το 2026 και μόλις 1,7% το 2027.

«Μία από τις βασικές αιτίες (σ.σ. που φρενάρουν τις προβλέψεις για ανάπτυξη), είναι ότι εκτιμούμε ότι η δημοσιονομική πολιτική θα είναι πιο περιοριστική από τις επίσημες προβλέψεις, τόσο λόγω της υπεραπόδοσης των εσόδων, όσο και λόγω της υποεκτέλεσης των δαπανών της κυβέρνησης», εξηγούν οι αναλυτές. Η ανησυχία τους εστιάζει στο γεγονός ότι οι δημόσιες επενδύσεις ενδέχεται να μην πιάσουν τους φιλόδοξους στόχους, ενώ η λήξη των προγραμμάτων του Ταμείου Ανάκαμψης θα μπορούσε να λειτουργήσει ανασχετικά.

Η αγορά εργασίας έχει επίσης φτάσει σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Με την ανεργία να έχει υποχωρήσει αισθητά, τα περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης στενεύουν, πράγμα που σημαίνει ότι η μελλοντική ανάπτυξη θα πρέπει να προέλθει από την αύξηση της παραγωγικότητας και όχι απλώς από τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Πάνω από όλα, όμως, η μακροπρόθεσμη σκιά του δημογραφικού προβλήματος παραμένει η μεγαλύτερη απειλή, καθώς η μείωση του πληθυσμού σε παραγωγική ηλικία υπονομεύει τη συνολική δυναμική της οικονομίας.

Τέλος, οι διεθνείς κίνδυνοι παραμονεύουν. Ένας γενικευμένος εμπορικός πόλεμος θα μπορούσε να πλήξει το ΑΕΠ κατά 0,5%, ενώ μια πιθανή «φούσκα» στην τεχνητή νοημοσύνη θα κόστιζε 0,3%. Αντιθέτως, μια τεχνολογική έκρηξη θα μπορούσε να επιταχύνει την ανάπτυξη. Σε έναν κόσμο που κινείται προς τον προστατευτισμό και την τεχνολογική κυριαρχία, η Ελλάδα καλείται να θωρακίσει την οικονομία της απέναντι στις επερχόμενες καταιγίδες.