Οι επιπτώσεις ενός πιθανού μπλόκου στις αμερικανικές εξαγωγές ντίζελ

Χωρίς εξαγωγές από τις ΗΠΑ, τα καύσιμα μπορεί να ακριβύνουν

Auto & Moto
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Η παγκόσμια αγορά ντίζελ, του καυσίμου που τροφοδοτεί μεγάλο μέρος της οικονομίας, βρίσκεται σε πρωτοφανή κρίση. Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία προκάλεσαν μια σοβαρή αλυσιδωτή αναταραχή, μπλοκάροντας τις ροές από περιοχές που καλύπτουν σχεδόν το ένα τρίτο των διεθνών εξαγωγών. Η αλματώδης άνοδος των τιμών έχει επιβαρύνει σημαντικά επιχειρήσεις, αγρότες και νοικοκυριά, ιδίως στις ΗΠΑ. Το γεγονός αυτό ώθησε την αμερικανική κυβέρνηση να ζητήσει από την Ευρώπη τη χρήση των αποθεμάτων εκτάκτου ανάγκης, ενώ παράλληλα εξετάζει το ενδεχόμενο απαγόρευσης των δικών της εξαγωγών. Αναλυτές προειδοποιούν ότι ένα τέτοιο φρένο στις αμερικανικές εξαγωγές θα είχε δυνητικά καταστροφικές επιπτώσεις στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.

Η έλλειψη διαθεσιμότητας έχει εκτοξεύσει διεθνώς τις τιμές. Οι ΗΠΑ κατέγραψαν ιστορικό ρεκόρ τα 6,52 δολάρια το γαλόνι την προηγούμενη εβδομάδα, ενώ η τιμή διαμορφώνεται στα 6,39 δολάρια. Η άνοδος ανέρχεται σχεδόν σε 70% από την έναρξη της σύρραξης. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι τιμές είναι ακόμη υψηλότερες, λόγω αυστηρότερης φορολόγησης, με τη μέση τιμή στην περιοχή να αγγίζει το επίπεδο-ρέκορ των 9,63 δολαρίων το γαλόνι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat.

Το ντίζελ έχει μεγαλύτερη ενεργειακή πυκνότητα ανά λίτρο σε σύγκριση με τη βενζίνη, ενώ οι κινητήρες πετρελαίου είναι συνήθως πιο αποδοτικοί. Γι’ αυτό το καύσιμο χρησιμοποιείται ευρέως για την κίνηση βαρέων οχημάτων και εξοπλισμού, όπου η υψηλή αποδοτικότητα του ντίζελ είναι καθοριστική. Κατά συνέπεια, οι οικονομίες παγκοσμίως εξαρτώνται άμεσα από το ντίζελ και οι διαταραχές στην αγορά του επηρεάζουν τόσο τις μεταφορές όσο και άλλους βασικούς τομείς της οικονομικής δραστηριότητας.

Μια απαγόρευση των εξαγωγών ντίζελ από τις ΗΠΑ θα στερούσε από τη διεθνή αγορά μια κρίσιμη πηγή εφοδιασμού, εκτοξεύοντας τις τιμές παγκοσμίως. Παράλληλα, θα προκαλούσε άμεσες ελλείψεις στη Λατινική Αμερική, η οποία εισάγει το 90% του ντίζελ από τις ΗΠΑ, αλλά και στην Ασία. Οι συνέπειες θα πλήξαν κατά κύριο λόγο το κόστος των μεταφορών και της θέρμανσης. Ισχυρό πλήγμα θα δεχόταν και η Ευρώπη, καθώς πλέον καλύπτει σχεδόν το 40% των εισαγωγών της από αμερικανικά διυλιστήρια.

Παρότι οι εγχώριες τιμές στις ΗΠΑ ενδέχεται να υποχωρήσουν πρόσκαιρα, το μέτρο θα μπορούσε τελικά να ακριβύνει όλα τα καύσιμα. Αν οι αποθηκευτικοί χώροι γεμίσουν με αδιάθετο ντίζελ, τα διυλιστήρια θα αναγκαστούν να μειώσουν τη συνολική παραγωγή τους. Η μείωση αυτή θα περιορίσει και τα αποθέματα βενζίνης, δημιουργώντας περαιτέρω πιέσεις στην αγορά καυσίμων των ΗΠΑ.

Υπάρχουν, ωστόσο, τρεις παράγοντες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη μείωση των τιμών. Πρώτον, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι εξαγωγές ντίζελ από τη Μέση Ανατολή αρχίζουν να ανακάμπτουν. Παρότι οι ροές από την περιοχή αυξήθηκαν κατά 30% τον Σεπτέμβριο σε σύγκριση με τον Αύγουστο, παραμένουν πολύ χαμηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα.

Δεύτερον, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει τη δυνατότητα να αποδεσμεύσει καύσιμα από τα στρατηγικά της αποθέματα. Σύμφωνα με την Eurostat, στο τέλος Ιουνίου τα αποθέματα εκτάκτου ανάγκης περιείχαν 36 εκατομμύρια τόνους ντίζελ, ποσότητα που καλύπτει την κατανάλωση περίπου δύο μηνών.

Τρίτον, η Κίνα αξιοποιεί την πλεονάζουσα διυλιστική της ικανότητα. Βάσει στοιχείων της Kpler, τα κινεζικά διυλιστήρια αύξησαν κατακόρυφα τις εξαγωγές τους τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, προσθέτοντας σχεδόν 800.000 επιπλέον μετρικούς τόνους μηνιαίως στην παγκόσμια αγορά. Η ποσότητα αυτή, ωστόσο, δεν αρκεί για να καλύψει το έλλειμμα από τη Μέση Ανατολή, το οποίο άγγιξε τον περασμένο μήνα τα τέσσερα εκατομμύρια τόνους.