Νέα δεδομένα για την ευρωπαϊκή οικονομία: Όλα όσα ανακοίνωσε η Κριστίν Λαγκάρντ
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επιλέγει τη στρατηγική της ψυχραιμίας, διατηρώντας για πέμπτη συνεχόμενη συνεδρίαση τα επιτόκια σταθερά. Η Κριστίν Λαγκάρντ, σε μια κρίσιμη τοποθέτηση, υπογράμμισε το μήνυμα ότι «η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συνεχίζει να βρίσκεται σε καλή θέση», ενώ παράλληλα διαπίστωσε πως «και ο πληθωρισμός βρίσκεται σε καλή θέση», παρά τις έντονες διακυμάνσεις του τελευταίου διαστήματος. Έτσι, η ΕΚΤ αποφάσισε να κρατήσει το χέρι στο κουμπί του… pause, αντιμετωπίζοντας με ηρεμία την ανατίμηση του ευρώ.
Η ομόφωνη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης και της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 2%, 2,15% και 2,40% αντίστοιχα. Το κεντρικό μότο της Τράπεζας παραμένει σταθερό: το κόστος δανεισμού θα καθορίζεται «σε κάθε συνεδρίαση» με βάση τα εισερχόμενα δεδομένα, ενώ η ΕΚΤ «δεν δεσμεύεται εκ των προτέρων για συγκεκριμένη πορεία επιτοκίων». Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις πολλών αναλυτών, η σταθερότητα αυτή αναμένεται να διαρκέσει για αρκετά μεγάλο διάστημα.
Στο μέτωπο των τιμών, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη υποχώρησε στο 1,7% τον Ιανουάριο, αγγίζοντας το χαμηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2024, ενώ ο δομικός πληθωρισμός σημείωσε πτώση στο 2,2%. Η Λαγκάρντ χαρακτήρισε αυτή την εξέλιξη προσωρινή, τονίζοντας: «Συνεχίζουμε να αναμένουμε ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα». Μετά από συνολικές μειώσεις 200 μονάδων βάσης από τον Ιούνιο του 2024 έως τον Ιούνιο του 2025, η ΕΚΤ παραμένει σε στάση αναμονής, καθώς οι ευνοϊκές προοπτικές ανάπτυξης απομακρύνουν την ανάγκη για περαιτέρω στήριξη.
Παρά το αντίξοο παγκόσμιο περιβάλλον, η ευρωπαϊκή οικονομία επιδεικνύει αξιοσημείωτη αντοχή με τους κινδύνους να εμφανίζονται ισορροπημένοι. «Η οικονομία εξακολουθεί να είναι ανθεκτική σε ένα αντίξοο παγκόσμιο περιβάλλον. Η χαμηλή ανεργία, οι εύρωστοι ισολογισμοί του ιδιωτικού τομέα, η σταδιακή υλοποίηση των δημόσιων δαπανών για την άμυνα και τις υποδομές, και οι υποστηρικτικές επιδράσεις από τις προηγούμενες μειώσεις των επιτοκίων υποβοηθούν την ανάπτυξη», σημείωσε χαρακτηριστικά η επικεφαλής της ΕΚΤ, επαναλαμβάνοντας πως η νομισματική πολιτική βρίσκεται σε «καλή θέση».
Ωστόσο, οι προκλήσεις παραμένουν στο προσκήνιο. Η αστάθεια στις αγορές εμπορευμάτων, ο λεκτικός πόλεμος της κυβέρνησης Τραμπ για τη Γροιλανδία και οι πιέσεις προς τη Fed, σε συνδυασμό με την υποχώρηση του δολαρίου, υπενθυμίζουν την ευθραυστότητα της κατάστασης. Στην επίσημη ανακοίνωσή της, η ΕΚΤ παραδέχθηκε πως «Οι προοπτικές εξακολουθούν να είναι αβέβαιες, κυρίως λόγω της συνεχιζόμενης αβεβαιότητας όσον αφορά τις εμπορικές πολιτικές παγκοσμίως και των συνεχιζόμενων γεωπολιτικών εντάσεων». Ο Μαρκ Γουόλ, επικεφαλής οικονομολόγος της Deutsche Bank, σχολίασε: «Είναι μία από εκείνες τις περιπτώσεις που οι κεντρικές τράπεζες χρειάζονται μια καλή αίσθηση ισορροπίας για να ζυγίσουν τα αρνητικά με τα θετικά. Το να αφήσουν τα επιτόκια αμετάβλητα είναι και το σωστό. Υπάρχουν εξωτερικές ευπάθειες, αλλά υπάρχει και εγχώρια ανθεκτικότητα, που εν μέρει στηρίζεται από τις αμυντικές δαπάνες και τις δαπάνες υποδομών της Γερμανίας».
Στο επίκεντρο της συνεδρίασης βρέθηκε και η ανατίμηση του ευρώ. Η Λαγκάρντ ξεκαθάρισε πως το Διοικητικό Συμβούλιο παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις: «αναγνωρίζουμε ότι η ισοτιμία του ευρώ είναι σημαντική τόσο για την ανάπτυξη όσο και για τις προοπτικές του πληθωρισμού. Γι’ αυτόν τον λόγο παρακολουθούμε στενά τις εξελίξεις με την πορεία της». Παρά το γεγονός ότι το δολάριο έχει υποτιμηθεί αισθητά έναντι του ευρώ σε σχέση με τον Μάρτιο του 2025, η ΕΚΤ θεωρεί πως ο αντίκτυπος είναι ήδη ενσωματωμένος στις προβλέψεις της. «Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι ο αντίκτυπος της ανατίμησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας από πέρυσι ενσωματώνεται στο βασικό μας σενάριο», κατέληξε η Λαγκάρντ, με το ευρώ να κινείται σταθεροποιητικά στο 1,18 έναντι του δολαρίου.