Μισθοί στην Ελλάδα: Πότε θα πιάσουν τα 1.500€ και τι ανησυχεί την ΤτΕ
Με ρυθμό αύξησης κοντά στο 5%, οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα οδεύουν προς τον στόχο των 1.500 ευρώ μεικτά έως το 2027. Ωστόσο, οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, και κυρίως η χαμηλή παραγωγικότητα, δημιουργούν ένα σύνθετο σκηνικό. Επιπλέον, η πρόσφατη κοινωνική συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων στοχεύει στην ενδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Η επαναφορά των μισθών στα προ κρίσης επίπεδα δεν είναι εύκολη υπόθεση, καθώς σήμερα η κάλυψη των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις είναι κάτω του 30%. Ωστόσο, με την ισχύ της συμφωνίας, δημιουργούνται οι βάσεις για αύξηση των μισθών μέσω διαπραγματεύσεων.
Οι προβλέψεις για το 2026 συγκλίνουν σε μια συνέχιση της ανοδικής τάσης των μισθών στον ιδιωτικό τομέα, με μέσους ετήσιους ρυθμούς αύξησης περίπου 5%. Δεδομένου ότι ο μέσος μεικτός μισθός στον ιδιωτικό τομέα την άνοιξη του 2024 ήταν περίπου 1.325 ευρώ, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι έως τον Απρίλιο του 2026 θα μπορούσε να φτάσει τα 1.461-1.470 ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν σοβαρές ανατροπές στο μακροοικονομικό περιβάλλον. Αυτά τα ποσά αφορούν την πλήρη απασχόληση, καθώς εάν συνυπολογιστούν και οι μισθοί μερικής απασχόλησης, τα πράγματα δυσκολεύουν. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, τον Μάιο του 2025, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης ήταν 1.369,07 ευρώ. Εάν συνυπολογιστεί και ο μέσος μισθός των εργαζομένων με μερική απασχόληση, τότε ο συνολικός μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα δεν ξεπερνούσε τα 1.192,5 ευρώ.
Το κυβερνητικό σχέδιο για αύξηση του μέσου μισθού στην Ελλάδα στα 1.500 ευρώ έως το 2027 βασίζεται σε τρεις πυλώνες: διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού, επαναφορά των τριετιών και ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Στο επίκεντρο βρίσκεται η προσπάθεια για μια νέα «κοινωνική συμφωνία» στην αγορά εργασίας, με στόχο την αύξηση της κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις. Η κυβέρνηση προσδοκά ότι μέσω ενός πενταετούς σχεδίου δράσης θα διευκολυνθεί η υπογραφή νέων κλαδικών και επιχειρησιακών συμβάσεων.
Ωστόσο, η σημερινή εικόνα είναι περιορισμένη. Το πρώτο εξάμηνο του 2025 είχαν υπογραφεί μόλις 25 κλαδικές συμβάσεις και περίπου 170 επιχειρησιακές συμφωνίες, ενώ πολλές από τις υφιστάμενες κλαδικές συμβάσεις λήγουν το 2026. Η μεγαλύτερη κάλυψη εντοπίζεται στον επισιτιστικό και ξενοδοχειακό κλάδο και ακολουθεί η σύμβαση της ΟΤΟΕ.
Την ίδια ώρα, η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) κρατάει πιο επιφυλακτική στάση. Στις εκθέσεις της επισημαίνει ότι οι μισθολογικές αυξήσεις δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη άνοδο της παραγωγικότητας, γεγονός που εγκυμονεί κινδύνους για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Σύμφωνα με την ΤτΕ, η Ελλάδα υστερεί σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου στην παραγωγικότητα, με αποτέλεσμα οι αυξήσεις μισθών να μεταφράζονται σε αυξημένο κόστος παραγωγής και πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, συνιστά μετριοπαθείς αυξήσεις, σε συνδυασμό με επενδύσεις σε δεξιότητες και τεχνολογία. Η Κεντρική Τράπεζα ξεκαθαρίζει ότι η αύξηση των αμοιβών δεν πρέπει να γίνεται εις βάρος της παραγωγικότητας και να επιβαρύνει το μοναδιαίο κόστος εργασίας, καθώς κάτι τέτοιο θα υπονόμευε την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας οικονομίας.
Η ΤτΕ ζητεί να αυξηθεί το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό γυναικών, νέων και συνταξιούχων, καθώς και τον επαναπατρισμό των Ελλήνων του εξωτερικού με υψηλές δεξιότητες (brain regain). Επισημαίνει ότι η μείωση της ανεργίας έχει περιορίσει τη δυνατότητα εύρεσης εργαζομένων από τις επιχειρήσεις, αυξάνοντας τη στενότητα στην αγορά εργασίας. Οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να προσλάβουν το απαραίτητο προσωπικό, με συνέπεια είτε να μην μπορούν να φθάσουν στο μέγιστο της παραγωγικής τους ικανότητας, είτε να αναγκάζονται να προσφέρουν υψηλότερους μισθούς για να προσελκύσουν ή να διατηρήσουν τους εργαζομένους.
Η Κεντρική Τράπεζα παρατηρεί αύξηση του κόστους εργασίας με υψηλότερους ρυθμούς σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας, γεγονός που οδηγεί στην αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας και ενδεχομένως στην επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. «Γι’ αυτόν τον λόγο, η αύξηση των αμοιβών πρέπει να είναι ισορροπημένη», καταλήγει.