Η αμερικανική κάλπη ανησυχεί την Αθήνα

Αποδυναμωμένος Τραμπ και βαρύτατα στοίχημα: Το δίλημμα της Αθήνας

Αθήνα
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Η διαφαινόμενη αποδύναμση του Ντόναλντ Τραμπ μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, και όχι η αναμενόμενη αποπομπή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, αποτελεί τον κύριο άξονα προβληματισμού για την Αθήνα. Σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα και τις διαδικασίες στην Ουάσιγκτον, η υποχώρηση της ισχύος της διοίκησης στο Κογκρέσο καθιστά δεδομένη την καθυστέρηση της αντικατάστασης της πρέσβειρας — ενδεχομένως μέχρι το τέλος της δεύτερης θητείας. Ως λέγεται, ωστόσο, η Αθήνα εκτιμά ότι η εξέλιξη δεν θα χτυπήσει αρνητικά το πλέγμα των διμερών σχέσεων: οι δίαυλοι που χτίστηκαν την τελευταία διετία είναι πολυεπίπεδοι και «υπερέβαιναν» την απερχόμενη πρέσβειρα, ενώ απόλυτα λειτουργική αποδεικνύεται η συνεργασία με τον αναπληρωτή, Τζος Χακ.

Δύο στρατηγικά «πρότζεκτ» έχουν ήδη δρομολογηθεί: ο Κάθετος Διάδρομος, παρά τις περιπλοκές του, παραμένει σταθερή επιλογή των ΗΠΑ, και οι αμυντικές συμφωνίες ύψους 4 δισ. ευρώ που σφραγίστηκαν την περασμένη εβδομάδα στην Αθήνα με την επίσκεψη του Ρούμπιο, συμφέρουν άμεσα στην Ουάσιγκτον να προωθηθούν χωρίς καθυστερήσεις. Αντίθετα, η προβλεπόμενη ήττα των Ρεπουμπλικανών — απώλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων και ενδεχομένως της Γερουσίας — φέρνει νέους κινδύνους. Ο «αποδυναμωμένος» Τραμπ, πιθανώς αντιμέτωπος με νομικές περιπλοκές, μπορεί να γίνει ακόμη πιο απρόβλεπτος διεθνώς, μειώνοντας τις προοπτικές τερματισμού των συγκρούσεων στην Ουκρανία και, πρωτίστως, στο Ιράν. Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάδα ρισκάρει να γίνει «παράπλευρη απώλεια» μέσα στην αστάθεια που θα εξακολουθήσει να προκαλεί ο Αμερικανός πρόεδρος. Στον αντίποδα, η φαινόμενη αποχώρησή του βάζει τέλος στα σενάρια δυναμικής παρέμβασης της Ουάσιγκτον στα ελληνοτουρκικά.

Με ορατούς και κρυφούς «πήχεις» κινούνται Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ ενόψει των επερχόμενων εκλογών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέτει στόχο την αυτοδυναμία, Νίκος Ανδρουλάκης και Αλέξης Τσίπρας την κατάληψη της πρώτης θέσης. Βασική επιδίωξη του Μεγάρου Μαξίμου: η Ν.Δ. να ξεπεράσει το 30% και να μην υποχωρήσει κάτω του 28% των ευρωεκλογών 2024. Αντίστοιχα, για Χαριλάου Τρικούπη και Αμαλίας κρίσιμο είναι να επικρατήσουν στη μάχη για τη δεύτερη θέση και να προσεγγίσουν το 17%, εμφανιζόμενοι ως δυνητικοί διεκδικητές εξουσίας σε επαναληπτικές εκλογές.

Την περασμένη εβδομάδα ο πρωθυπουργός εισήγαγε νέο «πήχυ», αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα αποχωρήσει αν η Ν.Δ. περιοριστεί κάτω του 25%. Η τοποθέτηση προκάλεσε πολλαπλές αναγνώσεις: πολλοί εντός κόμματος την αποτίμησαν θετικά, καθώς έκλεισε τη συζήτηση για εσωτερικές εξελίξεις και εξέπεμψε μήνυμα ελέγχου της επόμενης ημέρας. Στον αντίποδα, εκφράζεται η εκτίμηση ότι «θόλωσε» την εικόνα των εκλογικών προοπτικών: ενώ η πεποίθηση για το «3» μπροστά στο ποσοστό ήταν εδραιωμένη, πλέον εισέρχεται το ενδεχόμενο χαμηλότερης πτήσης, μετατρέποντας την αναμέτρηση από «εθνική» σε «προσωπική» μάχη.

Ο ανταγωνισμός ΠΑΣΟΚ–ΕΛΑΣ για τη δεύτερη θέση είναι σκληρός, τρεφόμενος από τη μικρή δημοσκοπική απόσταση και την παρεμφερή —αριστερόστροφη— εκλογική βάση. Η στασιμότητα της ΕΛΑΣ στον χώρο του Κέντρου δεν έχει αποδώσει. Έμπειρα στελέχη των δύο χώρων προειδοποιούν ότι ο πόλεμος «αλληλοεξουδετερώνει» τα κόμματα, ωφελούμενη τη Ν.Δ. και τον Μητσοτάκη. Κατά τις ίδιες πηγές, αν παγιωθεί η αίσθηση ότι η ΕΛΑΣ έχει οροφή στα τρέχοντα ποσοστά, ρισκάρει απώλειες στην τελική ευθεία: μερίδα ψηφοφόρων του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ στηρίζει τον Τσίπρα «με την ελπίδα ότι μπορεί να κερδίσει τον Μητσοτάκη», και αν διαψευστεί, θα κατευθυνθεί αλλού. Παράλληλα, για το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζεται ότι η εστίαση στην αντιπαράθεση με την ΕΛΑΣ δυσκολεύει την προσέγγιση κεντρογενών ψηφοφόρων. Συνομιλητές του Ανδρουλάκη αντιτείνουν ότι οι μετριοπαθείς επικροτούν το σκληρό ροκ εναντίον του Τσίπρα λόγω του κυβερνητικού του παρελθόντος, καθιστώντας σαφές ότι η γραμμή δεν πρόκειται να εγκαταλειφθεί.