Λευκός Οίκος ζητά παραίτηση Γκίλφοϊλ: Πρέσβεις στην Αθήνα μετά από λιγότερο από χρόνο
Η απόφαση του Λευκού Οίκου να ζητήσει την παραίτηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από τη θέση της πρέσβεως των ΗΠΑ στην Ελλάδα μετέτρεψε τις καταγγελίες για τη συμπεριφορά της σε πολιτικό πρόβλημα για τον Ντόναλντ Τραμπ. Η εξέλιξη ήρθε μετά από δημοσιεύματα για οικονομικές συναλλαγές και πιθανή κατάχρηση της διπλωματικής της θέσης, αλλά και τη δημόσια δήλωση δυσαρέσκειας του Αμερικανού προέδρου. Η Γκίλφοϊλ ανακοίνωσε την παραίτησή της, απορρίπτοντας ωστόσο κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς σε βάρος της.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα έχει δύο διαστάσεις. Η πρώτη αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες η θητεία της επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην Αθήνα οδηγήθηκε σε κρίση, έπειτα από τις καταγγελίες και τη δημόσια αποστασιοποίηση του Τραμπ. Η δεύτερη αφορά τη συνέχεια της αμερικανικής διπλωματικής παρουσίας και τις πιθανές επιπτώσεις στις διμερείς σχέσεις.
Η Γκίλφοϊλ δεν ήταν τυπική διπλωματική επιλογή. Πρώην παρουσιάστρια του Fox News και εισαγγελέας στην Καλιφόρνια, είχε αρραβωνιαστεί τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ. Η σχέση της με τον γιο του προέδρου προσέδωσε εξαρχής πολιτικό ενδιαφέρον στον διορισμό της. Ο ίδιος ο Τραμπ, ωστόσο, επιχείρησε στις δηλώσεις του στις 13 Οκτωβρίου να αποστασιοποιηθεί, λέγοντας ότι η Γκίλφοϊλ "δεν ήταν μέλος της οικογένειάς μου".
Η ανακοίνωση του διορισμού ήρθε τον Δεκέμβριο του 2024, όταν είχαν δημοσιοποιηθεί πληροφορίες για τη σχέση του Τραμπ Τζούνιορ με την Μπετίνα Άντερσον. Δημοσιεύματα τότε τροφοδότησαν την εκδοχή ότι η τοποθέτηση στην Αθήνα θα μπορούσε να τη μετακινήσει μακριά από το περιβάλλον του γιού του. Η Γερουσία επικύρωσε τον διορισμό τον Σεπτέμβριο του 2025 και η Γκίλφοϊλ ανέλαβε καθήκοντα τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, σχεδόν 11 μήνες μετά την ανακοίνωση, καθυστέρηση που εντασσόταν στο ευρύτερο αδιέξοδο στη Γερουσία.
Σήμερα, λιγότερο από έναν χρόνο μετά την άφιξή της, η Γκίλφοϊλ αναγκάζεται να εγκαταλείψει την έπαυλη Jefferson House στην οδό Παναγή Κυριακού. Η αφορμή ήταν σειρά δημοσιευμάτων της Wall Street Journal από τέλη Σεπτεμβρίου που έφεραν καταγγελίες για οικονομικές συναλλαγές, δώρα και ενδεχόμενη κατάχρηση πολιτικής επιρροής. Σε αυτά περιλαμβάνονται αναφορές σε φερόμενες δηλώσεις της για τη δυνατότητα των ΗΠΑ να ρίξουν κυβερνήσεις άλλων χωρών, στην προώθηση συμφερόντων ελληνικής εταιρείας στους τομείς των κατασκευών και της ενέργειας, καθώς και στην παρουσία λομπίστα σε ιδιωτικές διπλωματικές συναντήσεις.
Ακολούθησαν δημοσιεύματα για μηνύματα που φέρεται να αντάλλαξε με τον επιχειρηματία Έρικ Ντέτερς. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η Γκίλφοϊλ φέρεται να του ζήτησε 100.000 δολάρια για να πληρώσει λογαριασμό της American Express, λίγες ημέρες πριν από την ακρόασή της στη Γερουσία. Ο Ντέτερς υποστήριξε ότι το αίτημα συνδεόταν με την προσδοκία πρόσβασης σε αξιωματούχους, σημειώνοντας ότι τελικά δεν κατέβαλε τα χρήματα. Η Wall Street Journal έγραψε επίσης για ταξίδια με ιδιωτικά αεροσκάφη και υπερπολυτελή βίο.
Η Γκίλφοϊλ απορρίπτει τις κατηγορίες, ενώ οι δικηγόροι της υποστηρίζουν ότι ο Ντέτερς της οφείλει περίπου 150.000 δολάρια για ομιλίες και συμβουλευτικές υπηρεσίες. Αμφισβητούν τη γνησιότητα των μηνυμάτων. Η αμερικανική πρεσβεία επιμένει ότι η Γκίλφοϊλ τήρησε τους κανόνες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Η στάση της αμερικανικής κυβέρνησης άλλαξε κυριολεκτικά μέσα σε ένα βράδυ. Κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο υπερασπίστηκε δημόσια την Γκίλφοϊλ, χαρακτηρίζοντάς την "ισχυρή πρέσβη". Λίγες ώρες αργότερα, δημοσίευμα της Wall Street Journal έφερε στο προσκήνιο τα μηνύματα με τον Ντέτερς. Την Πέμπτη, λίγο πριν αναχωρήσει από την Αθήνα, ο Ρούμπιο αντέδρασε έντονα λέγοντας ότι δεν γνώριζε αν οι καταγγελίες ευσταθούσαν.
Ακολούθησαν δηλώσεις του Τραμπ στις 12 Οκτωβρίου: εξετάζει το ενδεχόμενο απομάκρυνσής της, η κυβέρνησή του "δεν είναι ικανοποιημένη". Μια ημέρα αργότερα, η εκπρόσωπος Τύπου Κέιτι Ζακαράια ανακοίνωσε το αίτημα παραίτησης, χαρακτηρίζοντάς την "πολύτιμο μέλος" της ομάδας. Ο Τραμπ είπε ότι η Γκίλφοϊλ είχε κάνει καλή δουλειά στην Ελλάδα, αλλά δεν άρεσαν όσα διάβαζε. Επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί: "δεν ήταν μέλος της οικογένειάς μου", "έβγαινε με τον γιο μου πριν από πολύ καιρό", "δεν έχω μιλήσει ακόμα μαζί της".
Το κλίμα στην Ουάσιγκτον αποτυπώνεται σε όσα μετέδωσε το Associated Press, επικαλούμενο ανώτερο αξιωματούχο που περιέγραψε ως έντονη τη δυσαρέσκεια του Τραμπ και του Ρούμπιο. Δημοκρατικοί βουλευτές ζήτησαν διερεύνηση, ενώ το Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξετάζει την υπόθεση.
Στην επίσημη τοποθέτησή της, η Γκίλφοϊλ υπερασπίστηκε το έργο της στην Αθήνα: "Οι καταγγελίες είναι ψευδείς και σκοπεύω να υπερασπιστώ με αποφασιστικότητα το όνομά μου, τη φήμη και την ακεραιότητά μου". Παρουσίασε τη θητεία της ως περίοδο ενίσχυσης στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας-ΗΠΑ, με έμφαση στην ενέργεια, την άμυνα και τις επενδύσεις. Ανέφερε επέκταση αμερικανικών εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου, προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, ενίσχυση αμυντικής και οικονομικής συνεργασίας. "Είμαι υπερήφανη για όσα πετύχαμε μαζί και θα παραμείνω πάντοτε πιστή υποστηρίκτρια του προέδρου Τραμπ".
Η υπόθεση αναδεικνύει τα πολιτικά ρίσκα επιλογής προσώπων για κρίσιμες θέσεις με κριτήριο τις προσωπικές σχέσεις με τον πρόεδρο. Οι καταγγελίες δεν περιορίζονται στην ιδιωτική ζωή: περιλαμβάνουν τα 100.000 δολάρια από τον Ντέτερς, ερωτήματα για επαφές με επιχειρηματικά συμφέροντα, τρόπο άσκησης καθηκόντων. Οι ισχυρισμοί αγγίζουν ζητήματα αξιοπιστίας, δεοντολογίας, σύγκρουσης συμφερόντων.
Η χρονική συγκυρία προσθέτει πολιτική διάσταση: οι ΗΠΑ οδεύουν προς τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Το γεγονός ότι ο Τραμπ προχώρησε από τη δημόσια δυσαρέσκεια στην αποπομπή δείχνει ότι ο Λευκός Οίκος αποφάσισε να αντιμετωπίσει άμεσα το πολιτικό κόστος. Σύμφωνα με το CNN, η Γκίλφοϊλ επιχείρησε τις τελευταίες ημέρες να εξασφαλίσει στήριξη, διαβεβαιώνοντας συμμάχους ότι δεν θα παραιτηθεί. Οι προσπάθειές της δεν απέδωσαν, με τον Ρούμπιο να εμφανίζεται να επιθυμεί την αποχώρησή της.
Η αποχώρησή της δεν συνεπάγεται αλλαγή στην αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα. Οι σχέσεις στηρίζονται σε θεσμούς, συμφωνίες, στρατηγικές προτεραιότητες: συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, στρατηγική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, συνεργασία στην άμυνα, την ασφάλεια και την ενέργεια.
Το ερώτημα είναι αν η υπόθεση θα περιοριστεί στην αλλαγή της επικεφαλής ή θα επηρεάσει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Η ελληνική κυβέρνηση είχε διαψεύσει, λίγες ώρες πριν, ότι υπήρχε σχετικό αίτημα. "Δεν υπάρχει σχετικό αίτημα ούτε έχει συζητηθεί κάτι τέτοιο με τις ελληνικές αρχές", δήλωσε ο Παύλος Μαρινάκης. Στη Βουλή στις 9 Οκτωβρίου, ο Γιώργος Γεραπετρίτης αρνήθηκε ισχυρισμό ότι η Γκίλφοϊλ είχε αναφέρει πως η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να ανατρέψει την ελληνική κυβέρνηση. Η Σία Αναγνωστοπούλου χαρακτήρισε το ζήτημα θέμα εθνικής αξιοπρέπειας.
Μετά την αποχώρηση, τα καθήκοντα αναμένεται να αναλάβει προσωρινά ο Τζος Χακ, αναπληρωτής επικεφαλής πρεσβείας, μέχρι να οριστεί νέος πρέσβης. Ο Χακ διαθέτει μακρά διπλωματική εμπειρία: αναπληρωτής βοηθός υπουργός Εξωτερικών για Νότια Ευρώπη και Καύκασο, διευθυντής Γραφείου Υποθέσεων Νότιας Ευρώπης (Ελλάδα, Κύπρος, Μάλτα, Τουρκία), υπηρεσίες στην Ασία και την Ευρώπη, μιλά κινεζικά, ιαπωνικά, βιρμανικά, βουλγαρικά. Ο ορισμός νέου πρέσβη απαιτεί απόφαση του προέδρου και επικύρωση από τη Γερουσία.