Ελληνική οικονομία: Αγώνας δρόμου για την παραγωγικότητα στην Ευρώπη
Η σύγκλιση της Ελλάδας με την Ευρώπη, ιδίως στον τομέα της παραγωγικότητας, αποτελεί μια συνεχόμενη πρόκληση. Είναι ένας μαραθώνιος αντοχής, όπου οι πρωτοπόροι έχουν διανύσει μεγάλη απόσταση, επενδύοντας συνεχώς και χρησιμοποιώντας εργαλεία καινοτομίας. Η Ελλάδα ακολουθεί από μακριά, προσπαθώντας να ξεπεράσει διαρθρωτικές αδυναμίες, περιορισμένα κεφάλαια και τις πληγές που άφησε στην οικονομία η πολυετής κρίση.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία και εκθέσεις, υπάρχουν θετικές εξελίξεις στους ρυθμούς αύξησης, αλλά η διαφορά παραμένει σημαντική σε απόλυτες τιμές. Παρά τις βελτιώσεις, η παραγωγικότητα της Ελλάδας είναι αισθητά χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (ΕΖ19) και της ΕΕ των «27».
Το ΚΕΠΕ, στην ετήσια έκθεσή του ως Εθνικό Συμβούλιο Παραγωγικότητας, αναφέρει ότι κατά την περίοδο 2023-2024, η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ταχύτερο ρυθμό από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2,3% ήταν από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, αντανακλώντας την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας, μέσω της μείωσης της ανεργίας, της αύξησης της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, της βελτίωσης της αποδοτικότητας και της σημαντικής αναβάθμισης της ποιότητας των επενδύσεων.
Η ελληνική παραγωγικότητα ανέκαμψε ήπια, με αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας κατά 1% σε όρους ΑΕΠ ανά εργαζόμενο και 0,77% σε όρους ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας.
Ωστόσο, το 2024, το ελληνικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο παρέμεινε περίπου στο 52% του μέσου όρου της Ευρωζώνης και στο 57% του μέσου όρου της Ε.Ε., ενώ το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας ήταν ακόμη χαμηλότερο, στο 46% και 40%, αντίστοιχα.
Αν και οι προβλέψεις έως το 2026 είναι θετικές - αναμένεται σωρευτική αύξηση 2,3% στο ΑΕΠ ανά εργαζόμενο και 2,0% στο ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας - οι διαφορές στην παραγωγικότητα με την ΕΖ και την ΕΕ αναμένεται να παραμείνουν σταθερές.
Η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής (TFP) κατέγραψε αύξηση 1,1% το 2024. Η συμβολή της έντασης κεφαλαίου στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας ήταν οριακή και η παραγωγικότητα του κεφαλαίου αυξήθηκε κατά 1,5% το 2024, υποδεικνύοντας σταδιακή ομαλοποίηση και καλύτερη αξιοποίηση του φυσικού κεφαλαίου.
Σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, παρά την πρόοδο της τελευταίας δεκαετίας στον τομέα της Έρευνας και Ανάπτυξης (Ε&Α), η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά ως προς την ένταση Ε&Α, τις επιχειρηματικές δαπάνες και την εμπορική αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων.
Η χώρα παρουσιάζει υψηλή επιστημονική παραγωγή και σημαντικό αριθμό ετεροαναφορών, αλλά χαμηλή κατοχύρωση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και περιορισμένες εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας.
Το ελληνικό οικοσύστημα καινοτομίας διατηρεί ισχυρά ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά. Η ενίσχυση της επιχειρηματικής Ε&Α και η ενδυνάμωση των συνεργειών μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και βιομηχανίας αποτελούν κρίσιμη προϋπόθεση για την αναβάθμιση της τεχνολογικής βάσης της οικονομίας.
Η ψηφιακή ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας παραμένει χαμηλή, παρά τις ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις μετά την πανδημία. Παρά τη βελτίωση στον ψηφιακό δημόσιο τομέα, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε ταχύτητα υιοθέτησης ψηφιακών τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις, στις ψηφιακές δεξιότητες των εργαζομένων και στη διαχείριση της κυβερνοασφάλειας.
Στο παραγωγικό σκέλος της οικονομίας, η μεταποίηση έχει παρουσιάσει βελτιώσεις, αλλά το μερίδιό της στο ΑΕΠ (8,7%) παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ27 (14%). Η ενίσχυση της βιομηχανικής βάσης αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα για την παραγωγική αναβάθμιση της χώρας.
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση, η βελτίωση της παραγωγικότητας, η ενίσχυση του τεχνολογικού δυναμικού, η αναβάθμιση των θεσμών και η ενίσχυση της βιομηχανικής βάσης αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για να επιτευχθεί διατηρήσιμη σύγκλιση με την Ευρώπη.
Η αξιοποίηση παραγωγικών επενδυτικών ευκαιριών, η ενίσχυση της Ε&Α και ο ψηφιακός μετασχηματισμός μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες για μια νέα περίοδο υψηλής παραγωγικότητας και οικονομικής ανθεκτικότητας.
Η ΕΛΣΤΑΤ αποκαλύπτει ότι η «αλλαγή παραγωγικού μοντέλου», με στροφή στην καινοτομία, την τεχνολογία και τη βιώσιμη ανάπτυξη, παραμένει ζητούμενο.