Εφιάλτης για την παγκόσμια οικονομία: Τι αλλάζει στις τιμές και τον εφοδιασμό
Η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν εισέρχεται στη δεύτερη εβδομάδα της, προκαλώντας τριγμούς που ξεπερνούν τα σύνορα της Μέσης Ανατολής. Οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού δέχονται πρωτοφανή πίεση, εγείροντας φόβους για αυξήσεις τιμών που η ανθρωπότητα έχει να δει από την περίοδο της πανδημίας. Για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην περιοχή, ο κίνδυνος είναι πλέον χειροπιαστός: ελλείψεις κρίσιμων εξαρτημάτων, εκτοξευμένο κόστος και συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους συνθέτουν ένα εκρηκτικό σκηνικό.
Αν το αυξημένο αυτό κόστος μετακυλιστεί τελικά στα ράφια, οι καταναλωτές, που ήδη παλεύουν με τα καθημερινά τους έξοδα, θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια νέα, δυσβάσταχτη πραγματικότητα. Οι διεθνείς αγορές, από τις μετοχές και τα ομόλογα μέχρι τα «ασφαλή καταφύγια» όπως το αμερικανικό δολάριο, αντικατοπτρίζουν ήδη αυτή την αγωνία για τον πληθωρισμό. Οι χώρες που ακόμη προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές των δημοσιονομικών ελλειμμάτων της εποχής του Covid-19 και της υποτονικής ανάπτυξης βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του κινδύνου.
Η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, προειδοποίησε για τη σοβαρότητα της κατάστασης: «Η παγκόσμια οικονομία έχει αποδειχθεί αξιοσημείωτα ανθεκτική μετά από σοκ». Ωστόσο, έσπευσε να προσθέσει: «Όμως αυτή η ανθεκτικότητα δοκιμάζεται για ακόμη μία φορά και πολλές χώρες εισέρχονται σε μια περίοδο μεγαλύτερης αβεβαιότητας με εξαντλημένα αποθέματα ασφαλείας». Η ίδια υπογράμμισε την ανάγκη για προσοχή από τους κεντρικούς τραπεζίτες και τις δημοσιονομικές αρχές, τονίζοντας ότι «Κάθε σοκ που προστίθεται πάνω στο προηγούμενο βρίσκει τον πλανήτη σε πιο δύσκολη θέση».
Η απειλή δεν περιορίζεται μόνο στο παραδοσιακό εμπόριο, καθώς οι βομβαρδισμοί πλήττουν και τα θεμέλια της ψηφιακής οικονομίας. Επιθέσεις με drones προκάλεσαν ζημιές σε τρεις εγκαταστάσεις data centers που λειτουργεί η Amazon στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στο Μπαχρέιν. Παρόλο που ορισμένοι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι ο συνολικός αντίκτυπος στο παγκόσμιο ΑΕΠ θα παραμείνει περιορισμένος, η εκτίμηση αυτή φαίνεται να αλλάζει όσο διαρκεί η σύγκρουση, ειδικά με την αβεβαιότητα που προκαλεί η έλλειψη σαφούς πλάνου για τους δασμούς από την Ουάσινγκτον.
Το Στενό του Ορμούζ παραμένει το κρισιμότερο σημείο, καθώς από εκεί διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προμήθειας πετρελαίου και LNG. Ασιατικές χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία είναι οι μεγαλύτεροι αγοραστές και παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα. Ο Neil Shearing, επικεφαλής οικονομολόγος της Capital Economics, επισημαίνει ότι η Ασία, η Ευρωζώνη και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι περισσότερο εκτεθειμένες από τις ΗΠΑ, ενώ η Oxford Economics μείωσε ήδη την πρόβλεψη για την οικονομική ανάπτυξη της Βρετανίας το 2026, προβλέποντας ότι η σύγκρουση θα πυροδοτήσει τον πληθωρισμό.
Στον επιχειρηματικό κόσμο, η ανησυχία είναι διάχυτη, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να παραμένει σε επιφυλακή. Ο Stefan Hartung, διευθύνων σύμβουλος της Robert Bosch GmbH, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Βλέπουμε έναν κόσμο που βρίσκεται πραγματικά υπό πίεση -αυτό είναι σαφές». Παρά την αβεβαιότητα, σημείωσε ότι οι εταιρείες έχουν ενισχύσει την ανθεκτικότητά τους μετά την πανδημία, προσθέτοντας: «Υποψιάζομαι ότι μακροπρόθεσμα θα δούμε μια σταθεροποίηση». Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να συγκρατήσει τις τιμές της βενζίνης, επιτρέποντας προσωρινά στην Ινδία να αυξήσει τις αγορές ρωσικού πετρελαίου.
Οι συνέπειες επεκτείνονται σε κάθε τομέα: σχεδόν το 7% των παγκόσμιων εξαγωγών λιπασμάτων, το 6% των πολύτιμων μετάλλων και το 5,3% του αλουμινίου διακινούνται μέσω του Περσικού Κόλπου. Ο Jan Rindbo, διευθύνων σύμβουλος της ναυτιλιακής D/S Norden A/S, χαρακτήρισε το γεγονός καθοριστικό, αναφέροντας: «Όσο περισσότερο διαρκεί αυτή η σύγκρουση, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανησυχία για το τι σημαίνει για τον κόσμο». Ο ίδιος παρατήρησε μια στάση αναμονής από τους αγοραστές: «Βλέπουμε τους ανθρώπους να κάνουν ένα βήμα πίσω. Ίσως να μην αγοράζουν τόσες πρώτες ύλες όσο θα αγόραζαν υπό άλλες συνθήκες, καθώς περιμένουν να δουν πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση».
Η αναταραχή χτυπά και τις αερομεταφορές, με τα ναύλα να αναμένεται να διπλασιαστούν ή και να τριπλασιαστούν. Περίπου το 18% της παγκόσμιας μεταφορικής ικανότητας «εξαφανίστηκε» αυτή την εβδομάδα λόγω των καθηλωμένων αεροσκαφών. Στο Χίθροου του Λονδίνου ακυρώθηκαν 300 πτήσεις, με τον διευθύνοντα σύμβουλο Thomas Woldbye να προειδοποιεί: «Αν συνεχιστεί για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε θα πρέπει να το εξετάσουμε». Ενώ αεροπορικές όπως η Etihad, η Emirates και η Qatar Airways προσπαθούν να επανεκκινήσουν περιορισμένα προγράμματα, ναυτιλιακοί κολοσσοί όπως η MSC και η Maersk έχουν ήδη αναστείλει κρατήσεις.
Η συμφόρηση στα λιμάνια εξαπλώνεται γρήγορα, με το λιμάνι Nhava Sheva της Ινδίας να εκτοξεύεται σε επίπεδο συμφόρησης 64%. Ταυτόχρονα, σε λιμάνια όπως το Νταρ Ες Σαλάμ, ο χρόνος αναμονής ξεπερνά πλέον τις 5 ημέρες ανά πλοίο. Ακόμη και ο τομέας της υγειονομικής περίθαλψης βρίσκεται σε κίνδυνο, καθώς οι διακοπές λειτουργίας στα διυλιστήρια του Κόλπου επηρεάζουν άμεσα την παραγωγή φαρμάκων και τις συσκευασίες ιατρικών προϊόντων. Ο πλανήτης κρατά την ανάσα του, περιμένοντας να δει αν η παγκόσμια οικονομία θα αντέξει αυτή τη νέα, βίαιη δοκιμασία.