Διονύσης Χαριτόπουλος με δικά του λόγια – Ο Πειραιάς, ο Άρης, η Μαλβίνα, ο Ολυμπιακός, το αντάρτικο

Διονύσης Χαριτόπουλος: Ο Πειραιώτης που ανέστησε τον Άρη και ζήτησε αλήθεια

Ψυγαγωγία
Δημοσιεύθηκε  · 12 λεπτά ανάγνωση

Υπήρχε μια στιγμή, σε εκείνες τις εξομολογητικές στιγμές του, που ο Διονύσης Χαριτόπουλος σταματούσε απότομα να μιλάει για βιβλία, για τα χαρακώματα της Ιστορίας, για τον Άρη, για την Αριστερά. Σε μία από αυτές είπε: «Έρωτες και μεθύσια είναι όλα όσα θα θυμάσαι στη ζωή. Τίποτε άλλο δεν μένει».

Σε ηλικία 79 ετών, ο συγγραφέας που κατάφερε να κάνει τον Άρη Βελουχιώτη ξανά κεντρικό, εκρηκτικό πρόσωπο της ελληνικής δημόσιας συζήτησης, είχε βρει προ πολλού τον τρόπο να αντικρίζει το οριστικό τέλος χωρίς ίχνος μελοδραματισμού ή δειλίας. «Ναι, με τον θάνατο είμαι παράλογα εξοικειωμένος», έλεγε με την αφοπλιστική του ευθύτητα. «Τον περιμένω ανά πάσα στιγμή». Όταν οι Εκδόσεις Τόπος, ο εκδοτικός του σπίτι από το 2007, τον αποχαιρέτησαν με τη φράση «Ήταν μια κατηγορία μόνος του», δεν κατέφυγαν σε επικήδειες κοινοτοπίες. Σημάδεψαν την ακριβή του αλήθεια.

Γεννημένος το 1947 στον Πειραιά, ο Χαριτόπουλος δεν διαμορφώθηκε σε προστατευμένα σαλόνια ούτε σε φιλολογικά υπόγεια. Μεγάλωσε στα Μανιάτικα, σε μια γειτονιά που δεν προσπάθησε ποτέ στη ζωή του να την ωραιοποιήσει ή να τη στολίσει με φθηνά νοσταλγικά στολίδια. «Το σπίτι μου ήταν στα κατσάβραχα της οδού Νικηταρά, τον οριζόντιο δρόμο που διαπερνά Μανιάτικα, Άγιο Δημήτρη και Ταμπούρια, μια ελληνική φαβέλα», είχε αφηγηθεί. «Στις γειτονιές μαχαιρώματα, ξύλο, ζόρικες παρέες, νταβατζήδες, λαθρέμποροι, όπλα και βεντέτες. Εκεί δεν είχε γέλια, τραγούδια και ελαφρότητες. Οι άνθρωποι ήταν σκυθρωποί και τσιτωμένοι. Αγέλαστοι και αυστηροί. Βουρκότοποι, ρέματα, δρόμοι χωρίς πεζοδρόμια και φωτισμό. Η υπόληψη του άλλου ανέγγιχτη, αλλιώς έβγαιναν μαχαίρια. Η μόνη αξία ήταν η δύναμη».

Σε αυτό το άγριο τοπίο, το λιμάνι δεν ήταν απλώς μια γεωγραφική θέα ή ένα φόντο για βόλτα αλλά το πρώτο, και πιο σκληρό, πανεπιστήμιο. «Το λιμάνι σού ανοίγει ορίζοντες, δρόμους διαφυγής, σε μαθαίνει τη ζωή πολύ πιο γρήγορα. Τα πρώτα είκοσί μου χρόνια έχω κάνει διάφορες χειρωνακτικές δουλειές στο λιμάνι καθώς και στα γύρω μηχανουργεία, χυτήρια, επισκευές-διαλύσεις πλοίων, κουβαλώντας μπόλικα σίδερα και τσουβάλια». Όταν χρόνια μετά τον ρωτούσαν τι ήταν εκείνο που του αποτυπώθηκε ανεξίτηλα στο DNA από εκείνα τα χρόνια της βιοπάλης, η απάντησή του συμπύκνωνε όλη του την ηθική. «Η αίσθηση τιμής και αξιοπρέπειας του φτωχού ανθρώπου που δεν είχε τίποτα άλλο να υπερασπιστεί» έλεγε.

Αν υπάρχει ένα πρόσωπο που διατρέχει όλη την αφήγηση της ζωής του σαν κυρίαρχη, δεσπόζουσα φιγούρα, αυτό είναι η μητέρα του. «Η μάνα μου ήταν το κυρίαρχο πρόσωπο στη ζωή μου. Αυτή με καθόρισε όσο κανείς άλλος», εξομολογούνταν ο Χαριτόπουλος. «Όμορφη, περήφανη κι ερωτική γυναίκα, που όμως δεν σήκωνε κουβέντα, μια ορεσίβια σουφραζέτα της εποχής, ο μεγαλύτερος μάγκας που γνώρισα ποτέ». Ο τρόπος που αφηγήθηκε τον θάνατό της έχει την πυκνότητα και τη δύναμη ενός αυτοτελούς αριστουργήματος της νεοελληνικής μικροδιηγηματογραφίας. Στα 95 της χρόνια, νοσηλευόταν στο νοσοκομείο για κάτι ασήμαντο. Ο γιατρός τής είχε απαγορεύσει αυστηρά να σηκωθεί από το κρεβάτι, αλλά η ίδια διέθετε ακόμα μια ακατάβλητη, σχεδόν προκλητική δίψα για ζωή. «Τη φλέρταρε ο συνομήλικός της κύριος Δημήτρης από τον διπλανό θάλαμο που κυκλοφορούσε με τρεις ορούς σε κάθε χέρι. Της πρότεινε να κάνουν βόλτα στον διάδρομο και η μάνα μου σηκώθηκε γιατί το έλεγε ακόμα η περδικούλα της. Όμως ζαλίστηκε, έπεσε και συνέβη το μοιραίο σπάσιμο των ηλικιωμένων. Την επόμενη μέρα χάθηκε. Είχε κάνει ακόμα μία φορά το δικό της».

Ακόμα και η λογοτεχνία δεν μπήκε στη ζωή του μέσα από σπουδαστήρια, πανεπιστημιακές αίθουσες ή φιλολογικές παρέες. Εισέβαλε από ένα ξεχασμένο, τσαλακωμένο βιβλίο σε ένα «σπίτι» της Τρούμπας. Ήταν η Γέφυρα των στεναγμών του Μισέλ Ζεβακό. «Το είχε ξεχάσει ένας ναυτικός σ' ένα σπίτι της Τρούμπας και το κορίτσι μού το χάρισε, γιατί δεν ήξερε τι να το κάνει», θυμόταν. «Το διάβασα, μαγεύτηκα και δεκατριών χρονών αποφάσισα ότι αυτό μου αρέσει να κάνω στη ζωή μου, να γράφω. Κι από τότε δεν μπορώ να γλιτώσω. Το γράψιμο είναι αναπόδραστο στοιχείο της ζωής μου. Μια αδήριτη εσωτερική ανάγκη, αυτό που λέμε 'δεν γίνεται αλλιώς'. Πιστεύω πως γράφω πρώτα για μένα και μετά για τους άλλους».

Ο Χαριτόπουλος είχε πάθη, ο Πειραιάς που τον γέννησε και τον έπλασε, ήταν ένα από αυτά. «Στην προμετωπίδα του βιβλίου γράφω 'στον Πειραιά πατάω στεριά', που σημαίνει ότι ο Πειραιάς είναι για μένα: Λιμάνι, ρίζα, μνήμη και περηφάνια. Ή να το πω αλλιώς, στον Πειραιά και τα σοκάκια του νιώθω πως βρίσκομαι στην αγκαλιά της μάνας μου» είχε πει για το Εκ Πειραιώς, στις σελίδες που υπενθύμισε το αξίωμα: «Όλα μπορείς να τα δεις και να τα κάνεις στον Πειραιά, όλα εκτός από ένα, να κάνεις τον ζόρικο».

Όταν το 1997 κυκλοφόρησε ο Άρης, Ο Αρχηγός των Ατάκτων, ο Διονύσης Χαριτόπουλος βρέθηκε ακαριαία στο επίκεντρο μιας από τις πιο σφοδρές, πολυετείς ιδεολογικές συγκρούσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας. Κομματικοί μηχανισμοί, ακαδημαϊκοί ιστορικοί, δημοσιογράφοι, αλλά και παλιοί συναγωνιστές του Βελουχιώτη έπεσαν να τον φάνε. Τον αμφισβήτησαν, τον κατηγόρησαν, τον εγκάλεσαν. Η απάντηση του ήταν αυτή που θα περίμενε κανείς. «Για να γράψεις, δεν χρειάζεται άδεια, γράφεις ό,τι θέλεις».

Το βιβλίο σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του, ξεπερνώντας τις 550.000 πωλήσεις μέσα σε 25 χρόνια. Για να το συνθέσει, ο Χαριτόπουλος έκανε κάτι που κανείς ιστορικός της πολυθρόνας δεν είχε διανοηθεί. Μίλησε αυτοπροσώπως με πάνω από 1.000 αντάρτες, αξιωματικούς, χωρικούς και πολιτικά στελέχη κάθε ιδεολογικής απόχρωσης. Αυτή η εξαντλητική έρευνα ήταν και ασπίδα. Όταν οι κριτές του τον κατηγορούσαν για επιλεκτικότητα, η απάντησή του Χαριτόπουλου ήταν κοφτερή σαν ξυράφι. «Λόγια του αέρα… Ουδείς πριν από μένα είχε ασχοληθεί με τον Άρη. Αυτοί που τώρα εμφανίζονται να έχουν άποψη, ό,τι ξέρουν γι' αυτόν, από μένα το μάθανε και από αναφορές στα βιβλία Γρηγοριάδη και Νικηφόρου. Ουδείς τον ερεύνησε πριν το 1997» είχε πει. «Ο Άρης όχι απλώς είχε ξεχαστεί αλλά είχε ταφτεί μετά πολλών αναθεμάτων Δεξιάς και Αριστεράς. Για να κατορθώσω να τον αναστήσω, μίλησα με πάνω από 1.000 αντάρτες, αξιωματικούς, χωρικούς και πολιτικά στελέχη της εποχής, κάθε ιδεολογίας. Κι επειδή στην ιστορική ακρίβεια του βιβλίου δεν στέκει κάποια σοβαρή ένσταση, κάτι μουχρίτσες με κατηγόρησαν για 'αγιογραφία', κι ας κατέγραψα και τις άγνωστες σκοτεινές πλευρές του αρχηγού. Λες και ο Άρης χρειαζόταν δικαίωση από μένα».

Βέβαια ο Πειραιώτης αρνήθηκε να δει στον Βελουχιώτη μια επίπεδη, ξύλινη αφίσα -άλλωστε είχε μέσα του την θάλασσα. Ο Διονύσης είδε στον Άρη έναν άνθρωπο γεμάτο αντιφάσεις, μεγαλείο, βία και ρομαντισμό. «Φυσικά ο Άρης δικαιώθηκε! Γιατί αυτά που ακολούθησαν τα είχε πει. Πρέπει να ξέρεις ότι ο Άρης ήταν σένιος μάγκας. Καλοντυμένος με κουστούμι, γραβάτα, ψαθάκι, δεν ήταν κάνας λέτσος. Ένας δανδής του Μεσοπολέμου. Και ήταν πολύ διαβασμένος. Ο Άρης τα είχε και τα δύο, ήταν ένας διανοούμενος που πήγαινε στην όπερα, δεν ήταν ένας κατσαπλιάς όπως θεωρούν κάποιοι. Ένας διανοούμενος που διαβάζει, είχε διαβάσει Κλαούζεβιτς γιατί ήξερε γαλλικά, αλλά ήταν και αφάνταστα σκληρός. Δεν ορρωδούσε προ ουδενός. Ο Άρης καθόταν με τον χωρικό, έπινε μαζί του καφέ, τσίπουρο, γελούσαν, τους πείραζε και τον πείραζαν, με αποτέλεσμα οι κομματικοί να τον πουν 'λαϊκιστή' τον Άρη. Ότι λαϊκίζει επειδή καταφέρνει και συνεννοείται με τους χωρικούς».

Όταν αργότερα έγραψε τους Άτακτους, ο φακός του μετατοπίστηκε στους αντάρτες και τις αντάρτισσες οι οποίοι συγκρότησαν εθελοντικά τη μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση στην Ελλάδα της Κατοχής, και οι οποίοι «ήσαν αγωνιστές της ελευθερίας και όχι κόκκινοι επαναστάτες». Γράφοντας για αυτές, ο Χαριτόπουλος και η πένα του έγινε λόγχη που ανέδιξε τη βαθιά κοινωνική τομή της Αντίστασης. «Αναλογισθείτε το τεράστιο άλμα χειραφέτησης των γυναικών της εποχής. Από τη λάτρα του νοικοκυριού βρέθηκαν με το όπλο στο χέρι. Αρκετές ξεπέρασαν σε μαχιμότητα και τους άντρες» είχε πει ο ίδιος.

Ο έρωτας για τον Χαριτόπουλο δεν ήταν μια ανέφελη παρένθεση αλλά, μάλλον, ένα υπαρξιακό πεδίο μάχης, μια ιερή, καταστροφική και αναζωογονητική δύναμη — ένα σταθερό δίπολο δημιουργίας και σύγκρουσης. «Άνθρωπος και γυναίκα, το σταθερό δίπολο δημιουργίας. Άντρας μονογαμικός δεν υπάρχει. Ούτε γυναίκα, είναι αφύσικο. Είναι προορισμένα το ένα για το άλλο, μα για να είναι σε συνεχή διαμάχη μεταξύ τους», εξηγούσε, βλέποντας στον έρωτα μια βίαιη, σχεδόν μεταφυσική μυσταγωγία. «Το σεξ είναι μια ιεροτελεστία. Μια θέωση. Ο έρωτας είναι μια υπόσχεση ευτυχίας. Ένα μεθύσι, μια έξαρση με ημερομηνία λήξης. Έρωτας σημαίνει βασανίζω και βασανίζομαι».

Αυτή την ακατέργαστη ένταση την κουβάλησε και στις γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του, μιλώντας για εκείνες χωρίς ίχνος ανδρικής υποκρισίας και αναλαμβάνοντας ακέραια την ευθύνη για τα ναυάγια, για την Ελένη και την Μαλβίνα. «Η Ελένη ήταν καθηγήτρια της Γερμανικής Φιλολογίας, ένα πλάσμα που έλαμπε από ευγένεια και καλοσύνη. Αυτή με εξημέρωσε, γιατί όταν γνωριστήκαμε ήμουν αγρίμι, δεν πλησιαζόμουν. Η Μαλβίνα με πλούτισε με καινούργια ερεθίσματα, ερχόταν από έναν άλλο κόσμο. Πιστεύω ότι ήμουν καλός σύζυγος, αλλά δεν τα κατάφερα να είμαι διαρκώς παρών στη σχέση. Και τις δύο φορές που χώρισα η αιτία ήμουν εγώ. Τις αδίκησα» είχε εξομολογηθεί ο ορκισμένος εραστής των λέξεων.

Η συνάντησή του Χαριτόπουλου με τη Μαλβίνα Κάραλη, στις αρχές της δεκαετίας του '90, είχε την αύρα μιας σχεδόν κινηματογραφικής σύγκρουσης. Η Κάραλη, τότε αρθρογράφος στο περιοδικό Γυναίκα, πέρασε το κατώφλι του για να πάρει συνέντευξη από τον συγγραφέα που πάλευε ακόμα με τα ακανθώδη χειρόγραφα του Άρη. «Εκείνη καθόταν στον καναπέ, εγώ στο πάτωμα. Την κοιτούσα αχόρταγα, μου άρεσε πάρα πολύ, ήταν υπέροχη γυναίκα, θαύμαζα όλη την ώρα τα πόδια της. Κάποια στιγμή, εντελώς αυθόρμητα, τη δάγκωσα στη γάμπα και την τράβηξα στο χαλί. Την πρώτη μέρα που συναντηθήκαμε, η Μαλβίνα ήταν πάρα πολύ όμορφη», θυμόταν ο ίδιος για αυτό το «κορίτσι από μέλι. Κάθε, μα κάθε πρωί, ξύπναγε μ' ένα μεγάλο χαμόγελο».

Παντρεύτηκαν το 1996. Για εκείνη, ο Χαριτόπουλος έγινε απόλυτο σημείο αναφοράς -για ένα διάστημα μάλιστα, μετά τον γάμο, επέμενε να υπογράφει ως «Χαριτοπούλου» στους τίτλους των εκπομπών της, ενώ η φράση της «Είμαι πάνω απ' όλους και κάτω από αυτόν» καταγράφηκε ως μία από τις πιο ωμές, αφοπλιστικές εκδηλώσεις ερωτικής υποταγής που διατύπωσε ποτέ μια γυναίκα. Για τη Μαλβίνα Κάραλη, ο κόσμος χωριζόταν απλά. «Χίλιοι άνθρωποι μέσα στο μπαρ και είναι άδειο. Κανένας. Μπαίνει ο έρωτάς σου, τότε μόνο χίλιοι ένας. Οι χίλιοι απλώς κομπάρσοι».

Ο γάμος τους δεν ήταν ανέφελος. Πέρασε μέσα από θύελλες, κρίσεις και κατέληξε σε διαζύγιο. Όταν η Μαλβίνα έφυγε από τη ζωή το 2002 νικημένη από τον καρκίνο, ο Χαριτόπουλος αποφάσισε να διασώσει ένα κομμάτι της κοινής τους αναπνοής στο βιβλίο Ο Άνεμος Κουβάρι, δημοσιοποιώντας τις ερωτικές της επιστολές. Η απόφαση του προκάλεσε κύματα αντιδράσεων για την έκθεση των πιο ιδιωτικών της πτυχών, αλλά για τον ίδιο ήταν ο μόνος τρόπος να κρατήσει ζωντανό το αποτύπωμά της χωρίς να καθαρίσει ποτέ από το τραύμα. «Έχω πολλές ενοχές με τη Μαλβίνα. Έπρεπε να της έχω φερθεί καλύτερα. Είναι οι ενοχές του επιζώντος» είχε πει ο ίδιος για την ανεξίτηλη σκιά που το τέλος του κληροδότησε. «Σκέφτεσαι πως κάτι καλύτερο θα μπορούσες να έχεις κάνει στη σχέση. Και ο 'μίσστερ τέλειος' να υπήρξες, που εγώ δεν ήμουν, οι ενοχές θα σε τρώνε ως το δικό σου τέλος. Μάλλον πληρώνεις το τίμημα λίγων χρόνων ζωής παραπάνω».

Ο Χαριτόπουλος πλήγωσε τις γυναίκες στη ζωή του γιατί ήταν αφοσιωμένος στις σελίδες του. «Με κάθε νέο βιβλίο χάνω κι έναν έρωτα. Οι όμορφες γυναίκες είναι πλάσματα 24ωρης απασχόλησης. Εκεί υστερώ δραματικά. Δεν σ' αντέχει η άλλη να κλείνεσαι μερόνυχτα στο γραφείο σου ή να είσαι παρών-απών» είχε εξομολογηθεί.

Ο Χαριτόπουλος αυτοπροσδιοριζόταν πάντα ως μαρξιστής, με τη σκέψη και ταυτότητα του να παραμένει ανένταχτη, αδιάφορη για κομματικά καλούπια ή γραφειοκρατικές ντιρεκτίβες. «Εγώ είμαι μαρξιστής» είχε πει ο συγγραφέας και διανοητής το 2016. «Μια προσωπική ουτοπία για μια δεύτερη ευκαιρία στους φτωχούς και στους αδύναμους». Για τον Χαριτόπουλο η Αριστερά δεν ήταν τίτλος ή καριέρα, αλλά στάση ήθους. «Για μένα Αριστερά σημαίνει ανιδιοτέλεια. Με τόσες παγωμένες ψυχές γύρω μας στο κυνήγι του προσωπικού οφέλους, η Αριστερά έγινε υπόθεση λίγων ευγενών ανθρώπων. Ποτέ δεν έχαψα τις αριστερές ταμπέλες κομμάτων που ανεβοκατεβαίνουν με νέο όνομα και 'υπό νέα διεύθυνση'. Τις λίγες φορές που ψήφισα, ήταν ευκτικά ΚΚΕ. Όχι γι' αυτό που είναι, αλλά γι' αυτό που μπορεί να γίνει: δύναμη των αδύναμων» είχε πει.

Σε αυτή την ευθεία, ακέραιη γραμμή, των αξιών που ποτέ δεν πρόδωσε βρίσκονταν τα δύο μεγάλα του καταφύγια: το ρεμπέτικο και ο Ολυμπιακός. «Όπως έχω γράψει, όπου φτωχός Ρεμπέτικο και Ολυμπιακός!», διακήρυττε ο Χαριτόπουλος. «Ο Ολυμπιακός παραμένει η μεγάλη μου αγάπη. Η ομάδα αποτελεί προέκταση του εαυτού μας. Είναι κάτι που δεν θα αλλάξει ποτέ. Το γήπεδο και η κερκίδα είναι χώρος ανάσας και ελευθερίας. Μπήκα στο γήπεδο Καραϊσκάκη το 1953, όταν ήμουν έξι ετών, ακόμα είχε κάτω καρβουνόχωμα και το έλεγαν Ποδηλατοδρόμιο».

Όταν κλήθηκε να απευθυνθεί στους νέους σε μία από τις συνεντεύξεις του ο Πειραιώτης από τα Μανιάτικα που δάμασε τα δικά του κύματα με προτάσεις, περιόδους και ιστορίες ανθρώπων πιο μεγάλων από τη ζωή, ο Χαριτόπουλος δεν χάρισε εύκολες παρηγοριές αλλά παρέδωσε μια βαριά, ανυπότακτη παρακαταθήκη Ιστορίας. «Πουθενά στην Ευρώπη οι αντιστασιακοί που αναδείχτηκαν στον Πόλεμο δεν ήταν ανεκτοί. Και οι Δυτικοί και ο Στάλιν τους αντιμετώπισαν με άκρα καχυποψία και εχθρότητα, καθώς ήταν φορείς ενός νέου πνεύματος. Σε άλλους καρφίτσωσαν ένα παράσημο και τους έστειλαν σπίτι τους και σε άλλους φύτεψαν μια σφαίρα. Στους σημερινούς νέους μας θα έλεγα λοιπόν, πως είναι υπέροχο να είσαι Έλληνας, έννοια όπου συναντάται το εθνικό με το οικουμενικό. Κι όταν οι νεότερες ρίζες σου είναι στο Εικοσιένα και στην Αντίσταση, ποιον να φοβηθείς και τι να σε τρομάξει».

Ο Διονύσης Χαριτόπουλος έφυγε αφήνοντας πίσω του την ηχώ μιας φωνής που δεν χαρίστηκε σε κανέναν — και κυρίως στον εαυτό της. «Δεν υπάρχει διαρκής ευτυχία, υπάρχουν μόνο στιγμές. Κάποιες αναλαμπές ανάμεσα στη ρουτίνα της καθημερινότητας ή τη δυστυχία. Σύντομοι ενδιάμεσοι σταθμοί της πορείας μας» είχε πει. «Στη ζωή δεν ήρθαμε για να κάνουμε καριέρα, λεφτά, όνομα. Ήρθαμε για να ζήσουμε. Και για να αφήσουμε τον κόσμο λίγο καλύτερο απ' ό,τι τον βρήκαμε γι' αυτούς που θα ακολουθήσουν».

Ο Χαριτόπουλος δεν έγινε ποτέ μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, παρότι είχε προταθεί από τον τότε πρόεδρο Βασίλη Βασιλικό. Δεν το παρουσίασε ποτέ ως αδικία, αλλά ως επιβεβαίωση της στάσης του απέναντι σε κάθε ομαδοποίηση. «Επειδή είμαι εντελώς αρνητικός σε κάθε ομαδοποίηση, ποτέ δεν έκανα αίτηση στην Εταιρεία Συγγραφέων ώστε να με εγκρίνουν ή να με απορρίψουν ως μέλος τους», είπε. «Ήταν μια πρόταση του τότε Προέδρου της, του αγαπητού μου Βασίλη Βασιλικού. Γιατί δεν την ψήφισαν δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι 'αν δεν τους παίζεις δεν σε παίζουν'».

Αδιάφορος για συγκρούσεις ή φλυαρίες, στακάτος, δωρικός, και μόνος στο λημέρι με τις λέξεις και αλήθειες του — «Προσωπικά δεν μίσησα ποτέ κανέναν, όπως και δεν ζήλεψα κανέναν. Είχα πάντα μια σχεδόν παράλογη αυτάρκεια και απολύτως προσωπική ατζέντα ώστε να δώσω μεγάλη σημασία σε τοξικούς ανθρώπους, αποκτήματα, επιτυχίες», είχε πει — ο Διονύσης Χαριτόπουλος, κάποτε διαφημιστής, από πάντα λογοτέχνης, δεν χρειάστηκε ποτέ την έγκριση κανενός κατεστημένου για να μας παραδώσει την αλήθεια του. Η λογοτεχνία, όπως και η ίδια η λεβεντιά, ή σε βρίσκει έτοιμο να την υπερασπιστείς μέχρι τέλους, ή δεν αξίζει ούτε το μελάνι της.