Οι διαδοχικές αποφάσεις για τους δασμούς φέρνουν πονοκέφαλο στις εταιρείες

Δασμοί Τραμπ: Το θρίλερ των επιχειρήσεων μετά την ιστορική δικαστική απόφαση

Οικονομία
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Μια ανάσα ανακούφισης που κράτησε μόλις λίγα λεπτά. Για τον Φαρούκ Καθουαρί, διευθύνοντα σύμβουλο της Ethan Allen, η είδηση ότι το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε τους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ ήταν η αρχή ενός νέου, εξαντλητικού μαραθωνίου. Τα email άρχισαν να καταφθάνουν σωρηδόν: «Αυτά είναι καλά νέα για εμάς» έγραψε στέλεχος της εταιρείας, αλλά η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο σύνθετη. Χωρίς σαφείς οδηγίες από το δικαστήριο, «οι επιχειρήσεις πρέπει να συνεχίσουν να πληρώνουν».

Η δικαστική απόφαση μπορεί να έδωσε μια νομική λύση, όμως άφησε τους επικεφαλής των αμερικανικών επιχειρήσεων αντιμέτωπους με καταιγισμό νέων ερωτημάτων. Θα υπάρξουν επιστροφές χρημάτων; Θα αποδειχθεί ακριβότερη η πιθανότητα επιβολής νέων δασμών; Πώς πρέπει να κινηθούν χωρίς να δυσαρεστήσουν την κυβέρνηση Τραμπ, που ήδη ανακοίνωσε νέους παγκόσμιους δασμούς 10% και 15% βάσει διαφορετικού νόμου; «Θα προσπαθήσουμε να το κατανοήσουμε καλύτερα» δήλωσε ο Καθουαρί, συμπληρώνοντας πως «Είναι κάπως περίπλοκο».

Στην Ατλάντα, ο Μαρκ Μίντμαν της Kids2 έμαθε τα νέα ενώ βρισκόταν σε διακοπές. Χρησιμοποίησε την τεχνητή νοημοσύνη για να αναλύσει την απόφαση των 170 σελίδων, όμως παραμένει επιφυλακτικός. «Η συναισθηματική μου αντίδραση είναι συγκρατημένη» δήλωσε, προσθέτοντας: «Θα το εκλάβω ως μια μικρή νίκη». Η εταιρεία του έχει ήδη πουλήσει μέρος της δυνητικής αξίας από την επιστροφή δασμών σε hedge fund, καθώς η αβεβαιότητα «είναι βασικός λόγος που προχωρήσαμε στη συμφωνία».

Εμπορικές ενώσεις, όπως η National Retail Federation, καλούν τα δικαστήρια να διασφαλίσουν μια «απρόσκοπτη διαδικασία επιστροφής των δασμών στους Αμερικανούς εισαγωγείς». Ο Νιλ Μπράντλεϊ του αμερικανικού εμπορικού επιμελητηρίου τονίζει πως οι άμεσες αποζημιώσεις θα βοηθούσαν 200.000 μικρές επιχειρήσεις. Ωστόσο, ο νομικός Ντέιβιντ Ντόρεϊ προειδοποιεί πως «Δεν φαίνεται ότι θα είναι αυτόματο», ενώ ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ εκτιμά πως οι διαδικασίες μπορεί να διαρκέσουν μήνες. «Έχω την αίσθηση ότι ο αμερικανικός λαός δεν θα το δει» ανέφερε χαρακτηριστικά.

Για τον Φράνκο Σαλέρνο, ιδιοκτήτη καταστήματος νυφικών, ο φόβος είναι οι πελάτες που μπορεί να ζητήσουν πίσω τα χρήματά τους, αφού οι τιμές αυξήθηκαν έως και 14%. «Η πρώτη μου σκέψη ήταν 'θεέ μου, κάθε πελάτης στον κόσμο θα απαιτήσει επιστροφή των δασμών του'» δήλωσε. Ακόμα και αν το δικαστήριο το διατάξει, ο ίδιος ανησυχεί: «Μπορώ σχεδόν να εγγυηθώ ότι κάποιοι από τους προμηθευτές μου δεν θα μου επιστρέψουν χρήματα, ακόμη κι αν αυτό διαταχθεί από τα δικαστήρια».

Ενώ οι μεγάλες πολυεθνικές επιστρατεύουν αλγόριθμους και ειδικά «war rooms» για να προσομοιώσουν τις επιπτώσεις, κάποιες επιχειρήσεις δεν άντεξαν την πίεση. Η Nils Skiwear, με ιστορία 47 ετών, ανακοίνωσε πως ουσιαστικά κλείνει, καθώς η απόφαση ήρθε πολύ αργά. «Αν γνωρίζαμε ότι θα παίρναμε πίσω κάποια χρήματα, υπάρχει πιθανότητα να είχαμε προχωρήσει» εξήγησε ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Λέφλερ. «Είναι απλώς πολύ αργά» κατέληξε, αποτυπώνοντας το δράμα μιας αγοράς που παλεύει με τον χρόνο. Παράλληλα, εταιρείες όπως η Chicken of the Sea εξετάζουν αν η απόφαση θα βοηθήσει στην αναζωογόνηση της παραγωγής, ενώ η Tilit ήδη μετέφερε την παραγωγή της σε χώρες όπως το Μεξικό και η Κολομβία για να αντιμετωπίσει το κόστος.