Μητσοτάκης - Ερντογάν: Το casus belli, τα ήρεμα νερά και η διατήρηση θετικού κλίματος

"Αν όχι τώρα, πότε;": Τα νέα δεδομένα στις σχέσεις Αθήνας και Άγκυρας

Ελλάδα
Δημοσιεύθηκε  · 3 λεπτά ανάγνωση

Στην καρδιά μιας γεωπολιτικής συγκυρίας που δοκιμάζεται από συνεχείς περιφερειακές κρίσεις, η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα εξέπεμψε ένα ηχηρό σήμα σταθερότητας. Οι δύο ηγέτες επέλεξαν να εμφανιστούν ως δυνάμεις που επιδιώκουν την επίλυση προβλημάτων, με τον Έλληνα πρωθυπουργό να θέτει το εμβληματικό ερώτημα «αν όχι τώρα, πότε;» όσον αφορά την άρση του casus belli. Η κίνηση αυτή, η οποία θα σήμαινε μια δραστική αποφόρτιση του κλίματος, παραμένει για την Αθήνα ο βασικός άξονας για την ενδεχόμενη συμμετοχή της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό αμυντικό πρόγραμμα SAFE.

Η διαδικασία ολοκληρώθηκε χωρίς εκπλήξεις, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική επιλογή για τη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας. Η εστίαση στη λεγόμενη χαμηλή πολιτική και τη συνεργασία σε επιμέρους τομείς φαίνεται να αποδίδει καρπούς, λειτουργώντας αποτρεπτικά σε περιπτώσεις κλιμάκωσης. Παρά την καλή διάθεση, ωστόσο, οι δύο πλευρές κατέστησαν σαφές ότι οι θεμελιώδεις διαφωνίες παραμένουν ζωντανές. Ο κ. Ερντογάν έθεσε το πλαίσιο της Άγκυρας, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης απάντησε με σταθερότητα, ορίζοντας το διεθνές δίκαιο ως τη μόνη βάση για την επίλυση της διαφοράς για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ.

Ο Τούρκος Πρόεδρος, αναφερόμενος στα ζητήματα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, έκανε λόγο για «αλληλένδετα προβλήματα», σημειώνοντας: «εμείς από το παρελθόν μέχρι τώρα υποστηρίζουμε το εξής: παρόλο που τα υφιστάμενα ζητήματα είναι ακανθώδη, δεν είναι άλυτα στη βάση του διεθνούς δικαίου αρκεί να υπάρχει καλή θέληση, εποικοδομητικός διάλογος και βούληση για λύση». Η ελληνική απάντηση ήρθε άμεσα, με τον πρωθυπουργό να υπογραμμίζει: «Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες, με την ελληνική θέση να παραμένει σταθερή ότι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο να αποτελεί τη μόνη διαφορά η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα το δίκαιο της θάλασσας».

Η συζήτηση απέκτησε ιδιαίτερη ένταση στο θέμα των μειονοτήτων. Ο κ. Ερντογάν επέμεινε στον όρο «τουρκική μειονότητα» στη Θράκη, εκφράζοντας προσδοκίες για τις θρησκευτικές και εκπαιδευτικές ελευθερίες της «τουρκικής μειονότητας της δυτικής Θράκης». Ο κ. Μητσοτάκης, επικαλούμενος τη Συνθήκη της Λωζάνης, ξεκαθάρισε: «Ξέρετε καλά, κύριε Πρόεδρε, το έχουμε συζητήσει πολλές φορές, ότι το καθεστώς τους προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια από τη συνθήκη της Λωζάνης, η οποία προβλέπει ρητά ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική, αποκλείοντας κάθε άλλη παρερμηνεία». Ο πρωθυπουργός τόνισε την αρμονική συμβίωση χριστιανών και μουσουλμάνων, καλώντας σε μια κοινή προσπάθεια ώστε οι μειονότητες «να γίνουν γέφυρες φιλίας και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των λαών μας».

Τελικά, η Κοινή Δήλωση που υπεγράφη ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις αποτυπώνει την πρόθεση για συνέχιση της συνεργασίας όπου υπάρχει κοινό έδαφος. Για την ελληνική πλευρά, η πλήρη ομαλοποίηση και η συμμετοχή της Τουρκίας σε αμυντικές πρωτοβουλίες περνά μέσα από την έμπρακτη άρση των απειλών. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο πρωθυπουργός: «Είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;»