4 Οκτωβρίου 1974: Πώς ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ίδρυσε τη Νέα Δημοκρατία

Πώς το 1974 ξεδιπλώχθηκε η ίδρυση της ΝΔ

Ελλάδα
Δημοσιεύθηκε  · 7 λεπτά ανάγνωση

Η ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν απλώς μια κομματική κίνηση μέσα στο 1974. Συνδέεται οργανικά με τα πρώτα βήματα αποκατάστασης της Δημοκρατίας μετά την επτάχρονη δικτατορία και αποτέλεσε μια καταλυτική κίνηση στην ανασύσταση του πολιτικού συστήματος, το οποίο έβγαινε από τον «γύψο». Την ίδια περίοδο νομιμοποιήθηκε το ΚΚΕ και ιδρύθηκε το ΠαΣοΚ στις 3 Σεπτέμβρη 1974.

Το όνομα της Νέας Δημοκρατίας είχε προκύψει από μια αξιοσημείωτη σύμπτωση. Το πρόγραμμα που το ΚΚΕ είχε εκπονήσει τον Δεκέμβριο του 1973 στο 9ο Συνέδριό του, που πραγματοποιήθηκε στο Ανατολικό Βερολίνο, έφερε τον τίτλο «Νέα Δημοκρατία». Λίγους μήνες αργότερα, αυτό θα γινόταν το επίσημο όνομα του κόμματος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, το οποίο ιδρύθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1974.

Η ιδρυτική διακήρυξη της Νέας Δημοκρατίας στόχευε ευθέως στην αναστήλωση της δημοκρατικής ζωής: «Η Νέα Δημοκρατία στηρίζεται στην διαπίστωση –πικρά βιωμένη από τους παλαιοτέρους και έντονα αισθητή από τους νεωτέρους- ότι μια καινούργια πολιτική ζωή είναι αναγκαία για την επιβίωση, την πρόοδο και την ευτυχία της Ελλάδος», αναφέρει το κείμενο, υπογεγραμμένο από τον Καραμανλή.

Η εξαγγελία της ίδρυσης συνέβη την ίδια ημέρα που η ΕΔΑ και το ΚΚΕ ανακοίνωσαν την εκλογική τους συμπόρευση ως «Ενωμένη Αριστερά». Στη συμμαχία προστέθηκε κατόπιν και το ΚΚΕ Εσωτερικού. Η ίδια μέρα, λοιπόν, η χώρα γινόταν θέατρο δύο διαφορετικών πολιτικών προσανατολισμών, με τη Νέα Δημοκρατία να επιδιώκει την κινητοποίηση ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων.

Ο Καραμανλής περιέγραφε την προσπάθεια αυτή από την πρώτη ημέρα: «συγκροτείται από έμπειρες και υγιείς, αλλά και από νέες προοδευτικές και ριζοσπαστικές πολιτικές δυνάμεις συντονισμένες στον ίδιο σκοπό: να κάμουν στην Ελλάδα πράξη την επωνυμία της παρατάξεως – να δώσουν στη χώρα μια νέα δημοκρατία».

Πίσω από την επιλογή του ονόματος βρισκόταν πρόταση του Τάκη Λαμπρία, στενού συνεργάτη του Καραμανλή. Ο Λαμπρίας είχε αρθρογραφήσει τον Νοέμβριο του 1972 σε εβδομαδιαία εφημερίδα που εκδιδόταν στο Λονδίνο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Την εξέδιδε ο προδικτατορικός δήμαρχος Αθηναίων Γεώργιος Πλυτάς και είχε τίτλο «Νέα Δημοκρατία». Από τον τίτλο αυτό εμπνεύστηκε ο Λαμπρίας το όνομα του νέου κόμματος.

Υπήρξε και μια απόρριτη εναλλακτική πρόταση. Στον Καραμανλή φέρεται ότι είχε προταθεί η ονομασία «Δημοκρατική Παράταξη» από τον Άγγελο Σ. Βλάχο, ο οποίος είχε διατελέσει υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ, αλλά η πρόταση δεν έγινε δεκτή.

Το ζητούμενο για τον Καραμανλή ήταν η δημιουργία κάτι νέου, χωρίς τις βαρίδια του παρελθόντος, που θα μπορούσε να εμπνεύσει τους πολίτες και να εκφράσει ένα ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό φάσμα. Για να επιτευχθεί ο στόχος, έπρεπε να κοπούν οι δεσμοί με την ΕΡΕ, το κόμμα που είχε ιδρύσει ο ίδιος το 1956.

Η ΕΡΕ είχε κερδίσει τρεις διαδοχικές εκλογικές αναμετρίσεις, το 1956, το 1958 και το 1961, οι οποίες έμειναν στην ιστορία ως «εκλογές βίας και νοθείας». Οι εκλογές αυτές προκάλεσαν την έναρξη του «Ανένδοτου Αγώνα» του Γεωργίου Παπανδρέου.

Μετά την εκλογική ήττα του Νοεμβρίου 1963 και τον απόηχο της πολιτικής δολοφονίας του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη από το παρακράτος τον Μάιο του 1963, ο Καραμανλής αποσύρεται από την ενεργό πολιτική και αυτοεξορίζεται στο Παρίσι. Σε εκείνη την περίοδο αναρωτήθηκε: «Ποιος επιτέλους κυβερνά αυτή την χώρα;».

Η επιστροφή του στην Ελλάδα τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου 1974, με το προεδρικό αεροσκάφος του Γάλλου Προέδρου Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, άλλαξε τη σελίδα. Ο Καραμανλής ορκίστηκε Πρωθυπουργός της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και ανέλαβε να οδηγήσει τη χώρα μέσα από συνθήκες πολιτικής ομαλότητας, με προορισμό να οδηγηθεί σε εκλογές. Η συγκρότηση ενός νέου κομματικού φορέα της συντηρητικής παράταξης, αποσυνδεδεμένου από την κληρονομιά της ΕΡΕ, ήταν το μεγάλο στοίχημα.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1974, το ρεπορτάζ του «Βήματος» έλεγε: «Ο κ. Κ. Καραμανλής δεν έχει, δημοσία τουλάχιστον, εκδηλώσει τις προθέσεις του, θεωρείται όμως βέβαιο ότι δεν θα θελήσει να περιορισθή στην παλαιά του θέση του αρχηγού της ΕΡΕ. Τι είδους παράταξη θα δυνηθή να διαμορφώση είναι ακόμα πρόωρο να λεχθή. Ο ίδιος όμως έχει καταστήσει σαφές, ότι επιδίωξή του θα είναι, η διεύρυνση της πολιτικής του βάσεως, κατά τρόπο που θα του επιτρέψη να διαδραματίσει και στο μέλλον ένα ρυθμιστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας».

Η επιδίωξη αυτή είχε συζητηθεί πρώτα στον στενό κύκλο του Καραμανλή. Εκτός από τον Γεώργιο Ράλλη, συμμετείχαν ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου. Στον Ράλλη, όπως καταγράφηκε στο βιβλίο «Πολιτικές Εκμυστηρεύσεις 1950-1989», ο Καραμανλής είχε πει: «η ΕΡΕ δεν μπορεί πλέον να ανανεωθεί». Προτεινόταν «να συμπήξουμε μια ευρύτερη παράταξη και να συμπεριλάβουμε σ’ αυτή και ικανούς ανθρώπους που δεν ανήκουν στην ΕΡΕ».

Ο Ράλλης διαφώνησε και πρότεινε να μην προχωρήσει αμέσως στην ίδρυση νέου κόμματος. Πρότανε πρώτα να ζητηθεί με δημοψήφισμα έκτακτες εξουσίες για δύο χρόνια χωρίς Βουλή, να προετοιμαστεί νέο Σύνταγμα που θα τεθεί στην κρίση του λαού με δημοψήφισμα και να λυθεί παράλληλα το Πολιτειακό ζήτημα.

Πρότεινε επίσης ο Καραμανλής και τα μέλη της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας να δηλώσουν δημοσίως ότι δεν θα πολιτεύονταν στις πρώτες εκλογές μετά το δημοψήφισμα, ώστε να εδραιωθεί στην Ελλάδα ένα νέο πολιτικό παράδειγμα. Ο Καραμανλής διαφώνησε κάθετα: «Δεν προέχει τόσο το Σύνταγμα όσο η δημιουργία κομμάτων».

Την ίδρυση του νέου κόμματος καθυστέρησε ο δεύτερος «Αττίλας», στις 14-15 Αυγούστου 1974, ενώ οι υπόλοιποι πολιτικοί χώροι είχαν ήδη αρχίσει να κινούνται. Ο Ανδρέας Παπανδρέου προωθούσε την ιδρυτική διακήρυξη της «3ης Σεπτέμβρη», με το ΠαΣοΚ να μπαίνει δυναμικά στο «παιχνίδι». Η Ένωση Κέντρου αναδιοργανωνόταν, η Αριστερά ανασυντασσόταν και εμφανίζονταν νέοι σχηματισμοί.

Μεταξύ αυτών ήταν και οι Νέες Πολιτικές Δυνάμεις, με τους Μαγκάκη, Πεπόνη και Πεσμαζόγλου. Οι τρεις συνεργάστηκαν τελικά με την Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Μαύρου και όχι με τον Καραμανλή, όπως επεδίωκε ο τελευταίος.

Στις διεργασίες είχε εμπλακεί και ο Μίκης Θεοδωράκης. Πίστευε ότι ο Καραμανλής «ήθελε να κάνει ένα κόμμα το οποίο να έχει βασικά τη στελέχωση της κεντροαριστεράς». Θεωρούσε μάλιστα ότι ο Καραμανλής δεν ήθελε κατά βάθος να ιδρύσει νέο κόμμα, αλλά «αναγκάστηκε να το κάνει διότι βρέθηκε πλέον μέσα σε μια καινούργια κατάσταση που έπρεπε να συντονίσει, έπρεπε να στηριχτεί σε ένα δικό του μηχανισμό», όπως αναφέρθηκε στο «Ο Πολιτικός Μ. Θεοδωράκης».

Ο Τάκης Λαμπρίας περιέγραφε παράλληλα το πολιτικό βάρος που αντιμετώπιζε ο πρωθυπουργός: «Ο κ. Πρωθυπουργός είναι εξαιρετικά απασχολημένος με τα μεγάλα προβλήματα που έχουν από τον ίδιο χαρακτηρισθή ότι ανήκουν στην πρώτη φάση της κυβερνητικής δραστηριότητος ώστε δεν συζητεί -δεν έχει καιρό να συζητεί- όσα προβλήματα δεν έχουν σήμερα τον βαθμό της απόλυτης προτεραιότητας». Χωρίς όμως να κρύψει ότι η δημιουργία του κόμματος ήταν πλέον στα σκάρι, πρόσθεσε: «Είναι πασιφανές ότι φθάνει και ως τον κ. Πρωθυπουργό η προσδοκία του λαού, η γενική αξίωση, το κοινό αίτημα να ηγηθή ο κ. Καραμανλής, σαν ο αδιαμφισβήτητος και από όλους παραδεκτός εθνικός ηγέτης, μιας όσον το δυνατόν ευρυτέρας παρατάξεως -μιας εθνικής συνεγέρσεως- ικανής να θεμελιώση μια σταθερή δημοκρατία». Η δήλωση καταγράφηκε στο «ΒΗΜΑ» στις 11.9.74.

Παρά τις προσδοκίες για έναν ιδιαίτερα ευρύ φορέα, ο κύριος πυρήνας της Νέας Δημοκρατίας προερχόταν από την ΕΡΕ και την ΕΡΕΝ. Εξαίρεση αποτελούσε μια νέα γενιά πολιτικών του φιλελεύθερου φάσματος και ορισμένοι «Αποστάτες» από την προδικτατορική Ένωση Κέντρου.

Το νέο κόμμα ανακοινώθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1974 και η ιδρυτική δήλωση κατατέθηκε στον Άρειο Πάγο στις 4 Οκτωβρίου. Ο προδικτατορικός διάδοχος του Καραμανλή στο τιμόνιο της ΕΡΕ, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, έμαθε τα νέα από τις εφημερίδες. Μετέπειτα, με πικρία, δήλωσε: «Κανένας δεν μου είπε ότι η ΕΡΕ πρόκειται να διαλυθεί και να ιδρυθεί άλλο κόμμα, το οποίο θα ονομαζόταν “Νέα Δημοκρατία”. Πρέπει να πω ότι αυτό με ξένισε».

Ο Κανελλόπουλος σημείωσε ότι δεν είχε ειδοποιηθεί από κανέναν και πρόσθεσε: «δεν υπήρχε λόγος η ΕΡΕ να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης και να προκύψει η Νέα Δημοκρατία, αφού μάλιστα το μέγιστο τμήμα της απαρτίστηκε από στελέχη της ΕΡΕ».

Από άλλη πλευρά, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έμεινε εκτός του νέου εγχειρήματος, σε αντίθεση με άλλους πολιτικούς προερχόμενους από την προδικτατορική Ένωση Κέντρου. Ο Λαμπριακός του «στίγμα» του «Αποστάτη» του 1965, οι ισχυρές επιφυλάξεις στο εσωτερικό του κόμματος και η υπό σύσταση που δεν περιλαμβανόταν στα ψηφοδέλτια ούτε ως συνεργαζόμενος, δεν άφησαν περιθώριο ενσωμάτωσής του. Ο ίδιος εξήγησε: «Ενοχλούσα στο ψηφοδέλτιο πολλούς, διότι ήξεραν ότι αν έμπαινα από τότε, θα ήμουν σίγουρος διάδοχος του Καραμανλή αμέσως μετά».

Ο Μητσοτάκης εντάχθηκε τελικά στη Νέα Δημοκρατία το 1978 και το 1984 ανέλαβε την αρχηγία του κόμματος.